Όταν το εθνικό συμφέρον πηγαίνει περίπατο στις Πρέσπες

Γράφει ο Διονύσης Τσιριγώτης*

Σε πρόσφατη εκδήλωση με τίτλο “το στοίχημα της Συμφωνίας των Πρεσπών”, ο Έλληνας πρωθυπουργός, Α. Τσίπρας, αιτιολόγησε την απόφαση της κυβέρνησής του, να αποδεχθεί και να νομιμοποιήσει το πολιτικό αποτέλεσμα της εν λόγω Συμφωνίας, λόγω εθνικού συμφέροντος.
“Προς όφελος της σταθερότητας, αλλά και προς όφελος του εθνικού συμφέροντος, αποφασίσαμε να κάνουμε το δεύτερο, να σηκώσουμε το ιστορικό βάρος. Να προχωρήσουμε, αναλαμβάνοντας το πολιτικό ρίσκο, όσο και το πολιτικό κόστος αυτής της διαδικασίας. Το δίλημμα ήταν πολιτικό κόστος ή το εθνικό συμφέρον”.
Υπό το πρίσμα της ανωτέρω συλλογιστικής, το ερώτημα που τίθεται και θα απαντηθεί στις αμέσως επόμενες γραμμές, συνέχεται με τον ορισμό του εθνικού συμφέροντος και τις συστατικές του παραμέτρους.
Η έννοια του εθνικού συμφέροντος είναι διττή, συνδεόμενη με τους εσωτερικούς και εξωτερικούς παράγοντες που αφενός, διασφαλίζουν την επιβίωση/αυτοσυντήρηση της εκάστοτε συλλογικής οντότητας, ήτοι την προστασία της φυσικής, πολιτικής και πολιτιστικής ταυτότητας από τις επιβουλές των τρίτων κρατών και αφετέρου συνωθούν στην προσαρμογή του εθνικού συμφέροντος στους περιορισμούς-ευκαιρίες της δομής του διεθνούς συστήματος. Ως συστατικές-διαμορφωτικές του παράμετροι εγγράφονται οι πολιτικές παραδόσεις και το γενικότερο ιστορικό, γεωπολιτικό και γεωστρατηγικό πλαίσιο διαμόρφωσης-εφαρμογής της εξωτερικής πολιτικής. Συναφώς το εθνικό συμφέρον δεν εδράζεται σε ιδιωτικά, παραταξιακά και συντεχνιακά συμφέροντα, αλλά αποκρυσταλλώνεται στην κοινή συνισταμένη των εθνικών-κρατικών στόχων, φροντίζοντας να ενδυναμώνει την εθνική συνοχή και το πατριωτικό συναίσθημα των πολιτών του εκάστοτε κράτους.
Κατά τούτο, τα εθνικά συμφέροντα δύναται να κατηγοριοποιηθούν ιεραρχικά, από την μείζονα προς την ελάσσονα βαθμίδα, σε συμφέροντα επιβίωσης (εσωτερική-εξωτερική κυριαρχία, εδαφική ακεραιότητα), ζωτικά (πολιτική, οικονομική, κοινωνική ευημερία), κυριαρχικά (πολιτισμός-κουλτούρα, εθνικά πνευματικά αγαθά) και δευτερεύοντα (ατομικές ή εταιρικές επιχειρηματικές-εμπορικές δραστηριότητες σε τρίτα κράτη). Ενώ ως ικανή και αναγκαία συνθήκη για την προάσπιση-προαγωγή τους, καθίσταται το μέτρο της εθνικής ισχύος. Αναλυτικότερα η εθνική ισχύς αναδεικνύεται σε προσδιοριστικό παράγοντα και αξονικό μέσο των εθνικών συμφερόντων του κράτους, στο βαθμό και στο μέτρο που αφενός θωρακίζει την εδαφική του επικράτεια και αφετέρου οριοθετεί και το χωρογεωγραφικό πλαίσιο για την προάσπιση/προαγωγή των ζωτικών του συμφερόντων σε τοπικό, περιφερειακό και πλανητικό επίπεδο.
Ωστόσο και σύμφωνα με την μελέτη του πολιτικού επιστήμονα, Hans Morgenthau, το εθνικό συμφέρον δύναται να αποτελέσει αντικείμενο σφετερισμού από τρίτα κράτη με δύο τυπικούς τρόπους: α) στην περίπτωση της εθνικής μειοδοσίας, είτε λόγω δωροδοκίας, είτε λόγω εξαναγκασμού κυβερνητικών στελεχών, β) στην περίπτωση της εργαλειακής χρήσης των εθνικών μειονοτήτων για την εξυπηρέτηση των εθνικών συμφερόντων τρίτων κρατών.
Ακολούθως, μια χώρα που κατακλύζεται από διαδοχικά κύματα «μεταναστών-αλλοδαπών» είναι βέβαιο ότι θα αντιμετωπίσει δυσκολίες ως προς τον προσδιορισμό του εθνικού της συμφέροντος. Ειδικότερα, ο Morgenthau μελετώντας την περίπτωση των ΗΠΑ, επικεντρώθηκε στο ζήτημα της μεταμφίεσης του εθνικού συμφέροντος από τα φερόμενα, φαινομενικά ή δυνητικά, εθνικά συμφέροντα που εκπροσωπούνται από συγκεκριμένες μειονοτικές ή άλλες ομάδες μεταξύ των πολιτών της, γεγονός που καθιστά δυσχερή τον εντοπισμό του γηγενούς, εθνικού συμφέροντος.
“Οι εθνικές μειονότητες στις Ευρωπαϊκές χώρες, οι εθνικές ομάδες στις Ηνωμένες Πολιτείες, οι ιδεολογικές μειονότητες οπουδήποτε μπορούν να αυτοπροσδιορίζονται, είτε αυθόρμητα, είτε υπό την καθοδήγηση των πρακτόρων μιας ξένης κυβέρνησης, με τα συμφέροντα αυτής της ξένης κυβέρνησης και μπορούν να προωθούν αυτά τα συμφέροντα με το πρόσχημα του εθνικού συμφέροντος της χώρας, των οποίων τυγχάνει να είναι πολίτες”.
Στο πλαίσιο αυτής συλλογιστικής και λαμβάνοντας υπόψη τις διαμορφωθείσες οικονομικοπολιτικές και γεωπολιτικές συνθήκες στις ευρύτερες περιφέρειες των Βαλκανίων, του Αιγαίου και της Ανατολικής Μεσογείου, το ελληνικό εθνικό συμφέρον καλείται ν’ ανταπεξέλθει στις υποβόσκουσες δυνητικές απειλές. Από τη μια πλευρά καθίσταται εναργής ο αφελληνισμός της Ελλάδας, απότοκος του εντεινόμενου δημογραφικού προβλήματος και της μεγάλης κλίμακας-διάρκειας των συνεχιζόμενων προσφυγικών ροών, με τα τελευταία στοιχεία να κάνουν λόγω για αύξηση 122% το πρώτο επτάμηνο του 2018, δημιουργώντας μια ωρολογιακή βόμβα στα θεμέλια της χώρας. Ιδίως εάν ληφθεί υπόψη και ο στρατηγικός σχεδιασμός της Τουρκίας, ήδη από την δεκαετία του 80’, επί πρωθυπουργίας Τ. Οζάλ, ότι δεν θα χρειαστεί να χρησιμοποιήσει την στρατιωτική της ισχύ για να επιλύσει τα ελληνοτουρκικά και το κυπριακό “αφού οι πληθυσμιακές εξελίξεις των δύο λαών θα [τα] επιλύσουν”. Ενώ και ο πρώην πρωθυπουργός, Α. Νταβούτογλου, θα τονίσει τη γεωπολιτική σημασία των τουρκικών και μουσουλμανικών μειονοτήτων που διαβιούν “στη Βουλγαρία, στην Ελλάδα, στη Μακεδονία, στο Σαντζάκ (επαρχία της Σερβίας), στο Κόσοβο και στη Ρουμανία» ως στρατηγικό εργαλείο της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής, μέσω της διασφάλισης των εγγυήσεων εκείνων “που θα της παρέχουν ένα δικαίωμα παρέμβασης στα ζητήματα που αφορούν τις μουσουλμανικές μειονότητες των Βαλκανίων”.
Από την άλλη πλευρά θα πρέπει να συνεκτιμηθεί και ρόλος των διεθνικών δρώντων, στη διαδικασία διαμόρφωσης και εφαρμογής της εξωτερικής πολιτικής ενός λιγότερο ισχυρού κράτους. Αναφερόμαστε σε περιπτώσεις μη κρατικών δρώντων, όπως είναι άτομα, ομάδες, μη κυβερνητικοί οργανισμοί, τρομοκρατικά δίκτυα, πολυεθνικές, κ.α., που διαπερνούν τα σύνορα των κρατών και προκαλούν ανακατανομές ισχύος-συμφερόντων προς όφελος τρίτων κρατών.
Στη συγκαιρινή περίπτωση, μετά και τις πρόσφατες αναταράξεις-τριγμούς στα μικρότερα κόμματα του συνταγματικού τόξου, από τα απόνερα της επικύρωσης της συμφωνίας των Πρεσπών, το διαζύγιο μεταξύ των κυβερνητικών εταίρων, τις ενδοκοινοβουλετικές διαγραφές και μεταγραφές, τα υπονοούμενα περί ενδεχόμενου χρηματισμού κυβερνητικών αξιωματούχων από τη “συνιστώσα Σόρος”, τις δηλώσεις του Ρώσου υπουργού εξωτερικών, Σεργκέι Λαβρώφ περί εκβιασμού και χρηματισμού βουλευτών του Σκοπιανού κοινοβουλίου για την ψήφιση των συνταγματικών αλλαγών και του σκοτεινού ρόλο του διεθνούς δικτύου επιχορηγήσεων του Σόρος, του Open Society Foundation που δραστηριοποιείτε από το 1992 στην πΓΔΜ, γίνεται αντιληπτό ότι οι μεταβλητές που επιδρούν στη διαμόρφωση του ελληνικού εθνικού συμφέροντος είναι πολλές και διαφορετικής βαθμίδας ρόλου-ισχύος. Ως εκ τούτου, ο ορισμός του ελληνικού εθνικού συμφέροντος, ως ένα αυθύπαρκτο δικαίωμα για τη διαφύλαξη της εδαφικής ακεραιότητας, την ανεμπόδιστη άσκηση εσωτερικής-εξωτερικής κυριαρχίας, την πλήρωση των στοιχειωδών αναγκών της ελλαδικής κοινωνίας (κοινωνική, οικονομική και πολιτική ευημερία) και την προάσπιση των πρωταρχικών συμφερόντων του έξω-ελλαδικού ελληνισμού, είναι κάτι το οποίο εξακολουθεί να παραμένει μετέωρο για τους διαμορφωτές της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής.

*Ο Διονύσης Τσιριγώτης, είναι Επίκουρος Καθηγητής, Σύγχρονης Ελληνικής Ιστορίας, Διεθνών Σχέσεων & Διπλωματίας στο Τμήμα Διεθνών & Ευρωπαϊκών Σπουδών, Πανεπιστημίου Πειραιώς

φωτο: Mignatiou