Ο χαρταετός μου

Και τώρα με τσι υγείες μας, λυσιάξαμε και πάλι,
με σκουπιδόκεφο ή μη, τέλος το καρναβάλι.

Τίποτα δεν μας μπόδισε, ούτε η συμφορά μας,
με τούτα και με τ΄ άλλα μας, είμαστε στα νερά μας.

Μπήκαμε στη σαρακοστή, νήστεια από δω και πέρα,
θυμάμαι εκειά που τράβηξα, μιά καθαροδευτέρα.

Εκίνησα για τα βουνά, με το χαρταετό μου,
θα τον πετάξουμε ψηλά είπα στον εαυτό μου.

Ψηλά είχα τον πήχη μου, ψηλά το ηθικό μου,
και χρώμα από καρνάβαλο, το παρουσιαστικό μου.

Η διάθεση στα ύψη τσης, κι ας είχα μαύρο ύπνο,
με θέρισε η ευκοιλιότητα, απ΄ τση χαράς το δείπνο.

Με χάλασαν πιό ύστερα, που έπαθα και τόσα,
κι΄ εκείνα τα παλιόπαιδα, που μου ΄βγαζαν τη γλώσσα.

Είχα κουβάρι μπόλικο, σπάγκο διακόσια μέτρα,
μα σε βουνό και άμαθος, εσκόνταψα σε πέτρα.

Δεν πρόλαβε ο αϊτός, τον βρήκαν τα κακά του,
και το κουβάρι μου ΄φυγε, μου ΄καμε κατα κάτου.

Εσκίστηκε, μπερδεύτηκε, η ουρά του στο πουρνάρι,
κι εγώ μ΄ ούλη την πίκρα μου, μάζευα το κουβάρι.

Συννεφιασμένος έφυγα, με την αποτυχία,
πιο πέρα από μένανε, ζούσαν την ευτυχία.

Είδα παιδιά όλο χαρά, τον κόσμο να χαλάνε,
είδα ψηλά χαρταετούς, με μένα να γελάνε.

Το λάθος μου το πλήρωσα, και βρήκα την αιτία,
το κακοτράχαλο βουνό, δεν ήτανε πλατεία.

Γυρίσαμε στο σπίτι μας, εγώ κι ο εαυτός μου,
σε κάδο ανακύκλωσης, μπήκε κιο αϊτός μου.

φωτο: thedailyowl