O Mπαμπουράνος & το σμήνος

Εκεί που χασμουριόμουνα, και έριχνα τα χαρτία,
στα ξαφνικά πως έγινε, βρέθηκα στην πλατεία.

Βουές πολλές στον ουρανό, σκιές πάνω στη χώρα,
στροφές και χαμηλώνανε, γκαζώνανε για φόρα.

Κοιτάω ψηλά, φοβήθηκα, είδα αετούς ρομπότια,
απάνου στο κεφάλι μου, πάνου στα φερρυμπότια.

Μεγάλα ανεμόφτερα, είχανε μηχανούλα,
και μορετοκαρνάβαλους, πιλότους είχαν ούλα.

Στο πρώτο πιλοτάριζε, δεμένος και με κράνος,
ο στρουμπουλός, ο σόουμαν, ο μέγας Μπαμπουράνος.

Δώρα σκορπούσε και φιλιά, κεφάτος και τσακπίνος,
είναι ο σταρ καρνάβαλος, και αρχηγός στο σμήνος.

Στο δεύτερο επέβαινε, ντυμένος διακονιάρης,
ο Θοδωρής ο Λειβαδάς, ζεστός σαν αλωνάρης.

Τραγούδαγε ζακυνθινά, φωτιά το μαντολίνο,
επέταγε και άχρονα, σας δένω και σας λύνω.

Στο τρίτο ο Νιονιάκης Κο, ντυμένος κολομπίνα,
με κόλπα αεροπλανικά, έμοιαζε με αετίνα.

Εβούταγε και εγύριζε, απάνου απ΄ τα ρεπάρα,
με το στανιό ανέβαινε, με διακοπές και σμπάρα.

Ο Απρίλης είναι ο τέταρτος, ντυμένος χελιδόνι,
μα θα ΄λεγα του ταίριαζε, καλύτερα αηδόνι.

Χαιρέταγε και πέταγε, κορδέλες, καραμέλες,
και πεταχτά ολόγλυκα, φιλάκια σε κοπέλες.

Στο τελευταίο το πουλί, πιλότος ο Ασπρούλης,
ντυμένος τράγος ήτανε, ο δίκορκος Γιαννούλης.

Φιλάκια έστελνε κ΄ αυτός, τραγούδαγε με χάρη,
μόνο που στο κρεσέντο του, μαζεύτηκαν οι γλάροι.

Το σμήνος εγυρόφερνε, στην πόλη, στα παράλια,
και στέλνανε το μήνυμα, ήρθανε καρναβάλια.

Με ένα νεύμα στρατηγού, τελειώσανε τα αστεία,
ο Μπαμπουράνος πρόσταξε, προσγείωση πλατεία.

Ερχόταν προς τα πάνω μου, με γέλια και με ατάκες,
το μόνο που τσου πρόλαβα, προσέχετε τση πλάκες.