Μπέμπης ο τρομερός

Φόβος και τρόμος του νησιού, ο Αργασιώτης μπέμπης,
πρέπει να δείξεις διαγωγή, για το χωριό πριν έμπεις.

Πρέπει να δείξεις, πρόσωπο, ήθος και καλοσύνη,
γιατί ούτε στη γάτα του, δεν έχει εμπιστοσύνη.

Κούκλος, ανεπανάληπτος, και με το τσαμπουκά του,
γιομάτος με χαρίσματα, απάνω του και κάτου.

Δεν τα σηκώνει τα πολλά, κι οι λέξεις του μαχαίρι,.
από τα γεννοφάσκια του, θέλει το πάνω χέρι.

Είναι που λέμε ζωηρός, κύμα… δεν ησυχάζει,
έγινε θέμα στη βουλή, ρωτάνε τίνος μοιάζει.

Ρωτάνε κι είναι ανήσυχοι, γονίδια… και ράτσα,
αν είναι επιβλητική, με χαραχτήρα η φάτσα.

Αν έχει αυτό στην αύρα του, με τσι πολλές συνθέσεις,
αν έχει και στο βλέμμα του, ηγετικές διαθέσεις.

Ο φωνακλάς, ο ανήσυχος, αυτός ο αντιρρησίας,
και στην καλή περίπτωση, ο ολίγον ταραξίας.

Ο μπέμπης λένε ο τρομερός, το τέκνον τσι σκοτούρας,
ο τζαναμπέτης βρε μαμά, ο ανακατωσούρας.

Ήρθε σαν ήλιος στη ζωή, θαύμα στην αγκαλιά σου,
κι η ζεστασιά στον ύπνο του, τα ατέλειωτα φιλιά σου.

Στην αγκαλιά σου αθόρυβα, ήρθε και τ΄ όνειρό του,
και με πανσέληνο έλαμψε, τ΄ άστρο το τυχερό του.

Κι έγινε αντάρτης άνεμος, κι έγινε θορυβώδης,
που φτάνει στην αγάπη τσους, μέχρι και θυελλώδης.

Ανάσα είναι τση θάλασσας, και του Σκοπού λουλούδι,
βλαστάρι αναρριχώμενο, και των πουλιών τραγούδι.

Είναι σταγόνα ανατολής, στη γη μια ηλιαχτίδα,
καμάρι είναι λαχτάρα τσους, και στη ζωή η ελπίδα.

Απ΄ αγκαλιά σε αγκαλιά, είναι διπλή η χαρά του,
μα στου μπαμπά κάθε φορά, βρίσκει το μάστορα του.

Ευτυχισμένος ο μικρός, το λέει κι η πεναλάπι,
νιώθει βαθιά τ΄ είναι για αυτούς, αλλά και τ΄ είναι αγάπη.

Ο μπέμπης μας βαπτίστηκε, και τώρα είναι Διονύσης,
θα πρέπει να σταμάτησαν και οι σεισμοδονήσεις.

φωτο: topontiki