Η σκυλοπαρέα

Σε μιά οικία, σε εξοχή, είναι οι πέντε φίλοι,
που ΄χει αυλή γύρω κλειστή, και μία μεγάλη πύλη.

Πέντε σκυλάκια ζουν εκεί, σε πλήρη συμμαχία,
που΄χουν φροντίδα απόλυτη, μα και ιεραρχία.

Πρώτη η Παλόμα, η αρχηγός, που ΄ναι μαμά τση Κιάρας,
ο Σνούπι, ο Τσόκο στη σειρά, κι ο μόρτης ο Αλεκάρας.

Καλοπερνάνε από φαϊ, κι αγάπη έχουν περίσσεια,
ζωή καλή και ανθρώπινη, και επ ουδενί σκυλίσια.

Παιχνίδια, νάζια και χαρές, μάνα και θυγατέρα,
μεγάλη περιποίηση, όλα… και κάθε μέρα.

Και ζούνε στην ανεμελιά, και μεσ΄ την ευτυχία,
στο εξοχικό, στο χώρο τσους, που βρίσκουν ησυχία.

Ανησυχία βλέπει η αυλή, τσι τελευταίες μέρες,
κι αν τα ρωτήσει, δεν θα πουν, δεν πιάνουν οι φοβέρες.

Τα ΄χει μαζέψει γύρω τσης αυτή η κυρά Παλόμα,
συνωμοτούν για τίποτα; δεν ξέρουμε ακόμα.

Τα Καρναβάλια έρχονται, και εμείς πρωτοτυπούμε,
πρέπει τσου λέει να κάτσουμε, και για στολές να πούμε.

Εγώ που είμαι στρουμπουλή, μου πάει βαρελάκι,
και για καπέλο… θα σας πω, θα βάλω το καπάκι.

Η Κιάρα επετάχτηκε, πως θέλει κολομπίνα,
ή βενετσιάνα κόμισσα, ή μαύρη μπαλαρίνα.

Ο Σνούπι είπε, φάντασμα, ή ναύτης καμαρότος,
ίσως σαρλό, βρυκόλακας, του αρέσει και πιερότος.

Ο Τσόκο είπε, εγώ μωρό, ή τσίτα, ή ποντικάκι,
μα και σωματοφύλακας, μου πάει και αλητάκι.

Ο Αλεκάρας σκέφτεται, ινδιάνος, ή καουμπόις;,
και αρλεκίνος θα΄θελε, μα προτιμάει γόης.

Και γαβ γαβ γαβ, και γουβ γουβ γουβ, μεγάλη η μουρμούρα,
ούλα τσου τα μαρτύρησε, εκείνη η Δεκοχτούρα.

Κι έτσι η αυλή μας έμαθε, για τσι σκυλοπροθέσεις,
αλλά κι από τ΄ αδέσποτα, που ΄δωσαν καταθέσεις.

Τα αφεντικά συμφώνησαν, και άδεια θα δώσουν,
να ανοίξει η πύλη στην αυλή, κι όλα να ξεφαντώσουν.

φωτο: Chrysoupoli-News