«Ζάκυνθος, Ταξίδι στο χθες…» της Ανδρ. Αθανασιάδη || Μια νουβέλα από τις εκδόσεις «ΠΕΡΙΠΛΟΥΣ»

Κυκλοφόρησε από τον Εκδοτικό οίκο «Περίπλους» μια νουβέλλα με τίτλο «Ζάκυνθος, Ταξίδι στο χθες…», της κ. ΑΝΔΡΟΝΙΚΗΣ ΑΘΑΝΑΣΙΑΔΗ, δικαστή, που από το έτος 2015 υπηρετεί στο Πρωτοδικείο Ηρακλείου ως Πρόεδρος Πρωτοδικών και η οποία στο παρελθόν είχε υπηρετήσει και στο νησί μας.
Τα πνευματικά δικαιώματα της συγγραφέως από τις πωλήσεις του βιβλίου θα αποδοθούν υπέρ του «Λύρειου» Παιδικού Ιδρύματος, που εδρεύει στον Νέο Βουτζά Αττικής.

Η κ. Αθανασιάδη Γεννήθηκε στο Γκρατς της Αυστρίας το 1970. Τα πρώτα παιδικά της χρόνια πέρασε στην Αθήνα (Κυψέλη) κι αργότερα στην Αντίκυρα Βοιωτίας. Σπούδασε στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών και στην Εθνική Σχολή Δικαστών. Από το έτος 2000 υπηρετεί στο Δικαστικό Σώμα. Από τον Σεπτέμβριο του έτους 2012 έως τον Μάρτιο του έτους 2014 υπηρέτησε στο Πρωτοδικείο Ζακύνθου με το βαθμό του Προέδρου Πρωτοδικών. Η διαμονή της στη Ζάκυνθο αποτέλεσε το έναυσμα για τη συγγραφή αυτού του μυθιστορήματος, ως ελάχιστου φόρου τιμής στο νησί που γέννησε μεγάλους πνευματικούς άνδρες. Η αγάπη του πατέρα της για το διάβασμα και τα χιλιάδες βιβλία του, που συντρόφευαν ολόκληρη την οικογένεια, την ώθησαν στις πρώτες απόπειρες γραφής από τα γυμνασιακά της χρόνια και το έτος 1983 λαμβάνει το τρίτο βραβείο ποίησης στα πλαίσια του πρώτου διαγωνισμού ποιήματος «Άσπρης Πολιτείας». Ζει οικογενειακώς στο Ηράκλειο Κρήτης και είναι μητέρα δύο παιδιών.

Σεπτέμβριος 2012. Λίγο μετά τις τελευταίες αναλαμπές του ήλιου, πριν χαθεί πίσω απ’ τα βουνά της Ζακύνθου και λίγο πριν το σούρουπο, μέσα στο πλοίο της γραμμής… Μια άσπρη κουκίδα, παραφωνία στο απέραντο γαλάζιο της γης και τ’ ουρανού, σχίζει τη θάλασσα και τρέχει, με μανία, να προλάβει τη φωτιά που’ χει ανάψει πάνω στις στέγες των σπιτιών που αχνοφαίνονται πριν τη σβήσει, το σκοτάδι που πλησιάζει. Κι εγώ, στην κουπαστή να θαυμάζω τον πίνακα που απλώνεται μπροστά μου κι αλλάζει συνεχώς χρώματα. Σπίτια, κι εκκλησιές, γαντζωμένα απ’ το βουνό, κατηφορίζουν ως τη θάλασσα, κι εκεί σταματούν, στέκουν απέναντί της, και την κοιτούν κατάματα κι αφουγκράζονται, μέρες και νύχτες, καλοκαίρια και χειμώνες τους ήχους της. Ξαφνικά, η κόρνα του πλοίου σπάει τη σιωπή της σκέψης και της εικόνας, κι όσο πλησιάζουμε, τόσο ο πίνακας ζωντανεύει κι οι πρωταγωνιστές του αρχίζουν να περπατούν, να μιλούν, να τρέχουν, μία καμπάνα χτυπά, κάποιο παιδί κλαίει, μια παρέα γελάει κι οι αμαξάδες περιμένουν καρτερικά στην προκυμαία για την πρώτη τους κούρσα. Ζάκυνθος… Το νησί των ποιητών, των «Μεγάλων Ανδρών», και των Αγίων…

Ακολουθώντας μία παρέα παιδιών, που έζησε στη Ζάκυνθο στα μέσα του 19ου αιώνα, στην καθημερινότητά της, ανακαλύπτουμε μέσα απ’ τα μάτια τους τις ομορφιές του τόπου. Μαζί τους σκαρφαλώνουμε στα τείχη του κάστρου, κουτρουβαλάμε στην πλαγιά του ως το πλακόστρωτο της Παναγίας της Πικριδιώτισσας, καθισμένοι πάνω στα βράχια, πετάμε πέτρες στη θάλασσα αγναντεύοντας τη γη που ορθώνεται μπροστά μας, ακολουθούμε τον άγιο στην πορεία του στην πόλη και γινόμαστε κοινωνοί του μυστικού τους… Ενός μυστικού, που πηγάζει απ’ την αστείρευτη αγάπη τους για τη μικρή τους πατρίδα, και τους κάνει ήρωες.