Ανακατώματα

Ούλα μας τα ανακάτωσε, ετούτος ο χειμώνας,
σεισμοί, βροχές, αέρηδες,θυμούς κι ο Ποσειδώνας.

Μυαλά, κλαδιά, ψηφίσματα, πολιτικές φουρτούνες,
και ο καιρός… τσι μέρες μας, τσι μπέρδεψε κι εφτούνες.

Μπουρδουκλωμένοι κι οι αιρετοί, ίσιοι, και παπατζίδες,
στα σοβαρά ερωτήματα, είναι… και οι αλκυονίδες.

Θα΄ ρθουν, δεν θα΄ ρθουν, πέρασαν, το ζήτημα μεγάλο,
πρέπει να καταλήξουνε, θέμα να πιάσουν άλλο.

Μα φτούνα τα ΄χουν εύκολα, για αυτό και δεν τσου γνοιάζει,
χρόνια τα καταπίνουνε, μα τσου τη σπάει τ΄ αγιάζι.

Θέλουνε να ΄χουν ζεστασιά, καφέ πολύ και απάγκιο,
κι οι όρκοι στο τσεπάκι τσους, χιλιάδες μα τον Άγιο.

Και καλαμπούρια έχουν πολλά, για Δήμο… είναι ψημένοι,
και κείνο που μετράει πολύ, είναι δοκιμασμένοι.

Το δείχνει η νέα Ζάκυνθος, στου καθενός το βλέμμα,
θέλει και πάλι τσου παλιούς, δεν θέλει νέο αίμα.

Κι εδώ… μου επιτρέπετε, θα πω κάτι που ξέρει,
οι ίδιοι δεν το θέλουμε, για δε μας ενδιαφέρει.

Ίσως γιατί επικρατούν, παλιές νοοτροπίες,
που΄χουν για ικανοποίηση, ψεύτικες ουτοπίες.

Κι έτσι σε ούλους βλέπουμε, αγάπη να αναβλύζει,
ιδρώτα στάει ο πυρετός, και ο καιρός θερίζει.

Δεν έχει μπέσα η εποχή, ούτε και σημασία,
αφού είναι ανακάτωμα, κι η προετοιμασία.

Οι ίδιοι πάλι διεκδικούν… που για κρεμάλα τσου ΄χα,
όμως υπάρχει αλλαγή, βάζουν αλλιώς τα ρούχα.

Αναβρασμός και τρέξιμο, και ατέλειωτες κουβέντες,
κι η τσέπη με ευκάλυπτο, για το λαιμό τσους μέντες.

Ούλοι εφτούνοι γνοιάζοται, να εξαλειφθεί το ψέμα,
για το καλό του τόπου μας, για μας να χύσουν αίμα.

Και θα΄μαστε ούλοι ζάχαρη, δίχως εχθρούς και φίδια,
το λέει η φράση καθαρά.. και μία από τα ίδια.

Για να μην έβγω αληθινός, σ΄αυτά που θα τσου θίξουν,
και για να φάω τη γλώσσα μου… πρέπει να μου αποδείξουν.