Πούρος ο… “Βασιλέας”

Στα ορεινά οι στίχοι μου, θα ανοίξουν την αυλαία,
για ΄να καλόνε άνθρωπο, » Πούρο το βασιλέα.»

Γιατράς ήταν Διονύσιος, το επίσημο όνομά του,
το γιορτινό, το τίμιο, που ΄χε το ανάστημά του.

Απ΄ το χωρίο τσι Μαριές, απλός μα και αφέντης,
ήταν στα λόγια καθαρός, και στην καρδιά λεβέντης.

Από μικρός στα βάσανα, δεν ήταν για παιχνίδια,
και η μεριά του οι “χιλισιές”, που έβοσκε τα γίδια.

Κάτου απ΄ το πεύκο φύλακας, πρόσεχε το κοπάδι,
κι έκανε τόσα όνειρα, κει πάνου στο “κορφάδι”.

Χαιρόταν για όλα γύρω εκεί, που ήτανε μαζί του,
για το ταμπουρλονιάκαρο, που ήρθε στη ζωή του.

Μέσα του η φλέβα χτύπαγε, κι είχε φωτιά στο βλέμμα,
είχε βαθιά παράδοση, τη μουσική στο αίμα.

Είχε αγάπη ήταν καλός, κι είχε φτερά να ανοίξει,
να παίζει την ανιάκαρα, μοναδικός να δείξει.

Έδωσε γλέντια και χορούς, σε γάμους πανηγύρια,
και σε μπασίες έπαιξε, σ΄ αυλές και παρεθύρια.

Ο ίστρος ο μεγάλος του, ήταν τα καρναβάλια,
που είχε κέφι αφάνταστο, με κράσους στα μπουκάλια.

Συρτό και λεβαντίνικο, με γιαργιτό και άλλα,
ξεφάντωμα οι μάσκαρες, και με μεζέ η μεσάλα.

Ο “Πούρος” είχε πρόσωπο, κι ήταν αγαπημένος,
μουστάκι πόντες δώθε κει, πάντα καλοντυμένος.

Στο λεωφορείο που έσταγε, άνοιξε την ομπρέλα,
μου τόπε η Γιάννα η εγγονή, τότε μικρή κοπέλα.

Άνθρωπος τση παράδοσης, κι αυτός άφησε ίχνη,
μέρος τση ιστορίας τσης, η Ζάκυνθος να δείχνει.

Για το χωρίο τσι Μαριές, ήταν ένα χρυσάφι,
πολίτιμος και αξέχαστος, και όσα η πένα γράφει.

Θα τον θυμούνται οι “χιλισιές” το πεύκο στο “κορφάδι”,
κι ο Αίνος που αγνάντευε, βόσκοντας το κοπάδι.

Πως βγαίνει το σουσούμι του, πριν κλείσει η αυλαία;
ο όρκος του που έλεγε, “μα κειό το Βασιλέα”.