Όταν ο Βενιζέλος δημιουργούσε τη Μεγάλη Ελλάδα των δύο ηπείρων και των πέντε θαλασσών

Γράφει ο Δ. Τσιριγώτης

“Με την απείρου ευτέλειας διένεξη Κοτζιά – Καμμένου” (http://www.kathimerini.gr/ 993347/opinion/ epikairothta/politikh/ h-politikh-exei-aytokatargh8ei) και την “οπερέτα της συγκυβέρνησης” ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, εύλογα ο καθείς εξ ημών δύναται ν’ αναπολεί τις ένδοξες ημέρες της ελληνικής διπλωματίας, όταν πριν από έναν ακριβώς αιώνα, ο Ελευθέριος Βενιζέλος, προήγαγε τα εθνικά συμφέροντα στο Συνέδριο Ειρήνης των Παρισίων, με αντικειμενικό στόχο τη δημιουργία της Μεγάλης Ελλάδας των δύο ηπείρων και των πέντε θαλασσών.
Ως ομοτράπεζος των νικητριών δυνάμεων της Ανταντ, καλείται να συνδιαλλαγεί με τους ταγούς της διεθνούς διπλωματίας –τον Αμερικανό πρόεδρο Γούντροου Ουίλσον, τον Βρετανό πρωθυπουργό Λόυντ Τζωρτζ, και τον Γάλλο πρωθυπουργό Ζωρζ Κλεμανσώ– για την πραγμάτωση της εδαφικής ολοκλήρωσης του Ελληνικού Έθνους (Μεγάλη Ιδέα). Υιοθετώντας την αρχή της αρμονικής δράσης και συνεργασίας, προβάλλει την Ελλάδα, ως θεματοφύλακα των στρατηγικών συμφερόντων των Μεγάλων Δυνάμεων (ιδίως της Βρετανίας) στην Εγγύς- Μέση Ανατολή, για να επιτύχει την εθνική ολοκλήρωση.
Στις 6 Ιανουαρίου του 1919, ο Βενιζέλος υποβάλει στο συμβούλιο της Διάσκεψης των Παρισίων, το επίσημο υπόμνημα (το οποίο ο ίδιος συνέταξε) για τις ελληνικές εδαφικές διεκδικήσεις και εν συνεχεία (22 Ιανουαρίου του 1919) αναπτύσσει προφορικά τα επιχειρήματα της Αθήνας για τις επιζητούμενες εδαφικές περιοχές, με αξονικό κριτήριο την αρχή των εθνοτήτων (το δωδέκατο από τα δεκατέσσερα σημεία που διακήρυξε ο πρόεδρος Ουίλσον στις 8 Ιανουαρίου του 1918 σε κοινή συνεδρίαση του Αμερικανικού Κογκρέσου οριοθετώντας τις κεντρικές αρχές της μεταπολεμικής διεθνούς τάξης). Κατά τούτο, εδραζόμενος στο διεθνές δικαίωμα της προστασίας και της αυτόνομης ανάπτυξης των λαών που βρίσκονταν υπό Οθωμανικό καθεστώς, θα επιζητήσει τη διαρρύθμιση των Ελληνικών χωρογεωγραφικών-πολιτικών συνόρων με στόχο την εθνική ομογενοποίηση στις κρίσιμες περιφέρειες των Βαλκανίων και της Μικρά Ασίας.
Για την επιδίκαση της βορείου Ηπείρου στην Ελλάδα, θα χρησιμοποιήσει το πληθυσμιακό-εθνολογικό, το πολιτισμικό-γεωγραφικό κριτήριο και το κριτήριο της αποτελεσματικής άσκησης πολιτικής κυριαρχίας. Οριοθετώντας τα γεωγραφικά τμήματα που δύνατο να προσαρτηθούν στην Αλβανία, απολήγει στην σχετική υπεροχή του ελληνικού στοιχείου έναντι του αλβανικού (120.000 Έλληνες και 80.000 Αλβανοί) στην βόρεια Ήπειρο. Συνακόλουθα, καταδεικνύει την πληθυσμιακή υπεροχή του ελληνικού στοιχείου (730.822 κατοίκους) στις περιοχές της Θράκης-Κωνσταντινούπολης. Αξιολογώντας τους στόχους των περιφερειακών του συνδαιτυμόνων, υπό το πρίσμα της πραγματικής-δυνητικής τους ισχύος, τονίζει το οικονομικό συμφέρον της Σόφιας για διασφάλιση εμπορικής εξόδου στο Αιγαίο. Ενώ δεν παραβλέπει και το δυνητικό, στρατηγικό συμφέρον της εκκολαπτόμενης Τουρκίας, αναφορικά με το μελλοντικό καθεστώς της Κωνσταντινούπολης, επιδεικνύοντας μετριοπάθεια ως προς τις ελληνικές αξιώσεις. Τοιουτοτρόπως θα επιστρατεύσει ένα σύνολο επιχειρημάτων για ν’ αποτρέψει μια ενδεχόμενη παραχώρηση της Κωνσταντινούπολης στο (νέο) Τουρκικό κράτος. Εκκινώντας από την αρχή των εθνοτήτων, όπου κατά εφαρμογή του 12ου άρθρου του προέδρου Ουίλσον, “η Οθωμανική επικυριαρχία δέον να διατηρηθή μόνον εις “τα τουρκικά εδάφη της σημερινής Αυτοκρατορίας”, θα καταδείξει την πληθυσμιακή υπεροχή του ελληνικού στοιχείου στον γηγενή πληθυσμό, και το αναμφίλεκτο ιστορικό –ως κοσμόπολη της Βυζαντινής αυτοκρατορίας– και θρησκευτικό –έδρα του Οικουμενικού Πατριαρχείου– του κεκτημένο.
Συνακόλουθα, η προαναφερθείσα αρχή των εθνοτήτων, προδιέγραφε την επίλυση του Ανατολικού ζητήματος, μέσω του περιορισμού της Οθωμανικής επικυριαρχίας “εις το εσωτερικόν των χώρων, όπου πραγματικώς υπερισχύει το Τουρκικόν στοιχείον”. Στο πλαίσιο αυτής της συλλογιστικής, ο Βενιζέλος θα περιορίσει τις ελληνικές εδαφικές αξιώσεις στην περιοχή της Ιωνίας. Ενώ για να διασφαλίσει την πληθυσμιακή υπεροχή του ελληνικού στοιχείου, θα χρησιμοποιήσει ένα διπλωματικό τέχνασμα, συμπεριλαμβάνοντας τους ελληνικούς πληθυσμούς των παρακείμενων νησιών του Αιγαίου στη δυτική Μικρά Ασία. Ομοίως και στο ζήτημα των νησιών, θα επικαλεσθεί το ιστορικό-εθνολογικό κριτήριο ως κατευθυντήρια αρχή για την επιδίκασή τους, στην Ελλάδα.
Αντίστροφα και συνυπολογίζοντας τα ανταγωνιστικά συμφέροντα των Μεγάλων Δυνάμεων, θα προβεί “εις τας αναγκαίας μερικάς θυσίας δια να ασφαλίση μεγάλα αποτελέσματα”. Επίσημα δεν έγειρε εδαφικές αξιώσεις για την Κωνσταντινούπολη, λόγω των ζωτικών συμφερόντων των Μεγάλων Δυνάμεων, και για την Κύπρο, λόγω των βρετανικών συμφερόντων. Ωστόσο, κατά την ανάπτυξη των ελληνικών επιχειρημάτων στο Συμβούλιο των Δέκα (3 Φεβρουαρίου του 1919) θα συμπεριλάβει στις επιζητούμενες εδαφικές περιοχές και την Κύπρο. Τέλος, ως προς το ζήτημα του Ποντιακού ελληνισμού, θα αναλύσει τους γεωγραφικούς, γεωστρατηγικούς και γεωπολιτικούς παράγοντες που καθιστούσαν ισχνή την αξίωση εθνικής ανεξαρτησίας και τη δημιουργία Ποντιακού κράτους, προτείνοντας την ενσωμάτωση του βιλαετιού της Τραπεζούντας (με τη μεγαλύτερη συγκέντρωση ελληνικού πληθυσμού) στο νέο κράτος της Αρμενίας.
Εν ολίγοις, τα αποτελέσματα της διπλωματικής πράξης του Ε. Βενιζέλου αποκρυσταλλώνονται στο γράμμα της Συνθήκης των Σεβρών, με την πραγμάτωση του αέναου εθνικού στόχου της Μεγάλης Ελλάδας των δύο ηπείρων και των πέντε θαλασσών. Χάρη στην προορατική του ενόραση, τη στρατηγική του οξυδέρκεια και τη διπλωματική του μαεστρία, αξιοποίησε τα οποία παράθυρα ευκαιρίας για την αύξηση της ελληνικής διαπραγματευτικής ισχύος, πείθοντας τους πολιτικές ηγέτες των Μεγάλων Δυνάμεων (Μεγάλη Βρετανία, Γαλλία) ότι η Ελλάδα θα αποτελούσε των θεματοφύλακα των ζωτικών τους συμφερόντων στην Ανατολική Μεσόγειο και στη Μέση Ανατολή. Γιατί όπως ο ίδιος ο Βενιζέλος αποφαίνεται: “πείθομαι ότι δια να αποβώμεν πράγματι ανεξάρτητον κράτος – καθ’ ό μέτρον ένα μικρόν κράτος ημπορεί να είναι ανεξάρτητον- ανάγκη ν’ αποκαταστήσωμεν φιλικάς τας προς την Ιταλίαν σχέσεις μας επί στερεού εδάφους. Μόνον όταν και με τας τρεις μεσογειακάς δυνάμεις ευρισκώμεθα εις απολύτως φιλικάς σχέσεις θα δυνάμεθα να έχωμεν πολιτικήν πλέον ανεξάρτητον και προς τας τρεις μεσογειακάς δυνάμεις” [Αγγλία, Γαλλία, Ιταλία].

*Ο Διονύσης Τσιριγώτης, είναι Επίκουρος Καθηγητής, Σύγχρονης Ελληνικής Ιστορίας, Διεθνών Σχέσεων & Διπλωματίας στο Τμήμα Διεθνών & Ευρωπαϊκών Σπουδών, Πανεπιστημίου Πειραιώς

φωτο: yiorgosthalassis