Τα ζεϊμπεκοκάλαντα

Ένα κακό μου όνειρο, μου γέμισε τη σκέψη,
κι αν θα το πω, το διηγηθώ, ποίος θα με πιστέψει.

Ήτανε λέει παραμονή, Πρωτοχρονιά, γιορτάδες,
κι είχαν παντού οι δρόμοι μας, μικρούς τραγουδιστάδες.

Ελέγανε τα κάλαντα, παιδάκια παρεούλες,
σε μαγαζιά, σε πρόσωπα, και σε νοικοκυρούλες.

Γλυκά και τραταρίσματα, για αυτό το μήνυμά τσους,
κι αν είχαν απ΄ το υστέρημα, να ΄τος κι ο μποναμάς τσους.

Παίρνανε ευχές, δίνανε ευχές, μέχρι και την εσπέρα,
παραμονή Πρωτοχρονιάς, του ονείρου μου η μέρα.

Τηρούσανε το έθιμο, και την παράδοσή μας,
κι οι μπάντες μας επαίζανε, κι ότ΄ είχε το νησί μας.

Είχε παρέες σχήματα, μαντολινοκιθάρες,
που γύριζαν και τα ΄λεγαν με ούλες τσου τσι χάρες.

Άλλοι τσι ρούγες βγήκανε, τη μέρα να τιμήσουν,
κι άλλων η ευκαιρία τσους για να τα κονομήσουν.

Εκεί χαλάει το όνειρο, και δεν θα συγχωρήσω,
αυτούς που ευχές εδίνανε, και βρίζανε από πίσω.

Αυτοί που λεν΄ ξεδιάντροπα, οι ψεφτοεθισμένοι,
καλό και το τρατάρισμα, μα… ο μποναμάς παχαίνει.

Είδα κι άλλα πρωτόγνωρα, μέσα στο όνειρό μου,
που χτύπησα στο ξάφνιασμα, και στο παράθυρό μου.

Είδα ζειμπεκοκάλαντα, στο Δήμαρχο να λένε,
εκεί τα γέλια έκαναν και τα σκυλιά να κλαίνε.

Εκεί υπάρχει ξεπεσμός, και τον χειροκροτάει,
κι η ερώτηση στη σκέψη μου, ο τόπος τι χρωστάει;

Να βλέπει γελοιότητες, και να τσου επιτρέψει,
μέχρι και το ζειμπέκικο, θα ΄θελε να χορέψει.

Θυμός ήρθε και φούντωσα, και θόλωσαν οι σκέψεις,
είναι κι αυτό ένα γεγονός, και πως να το αποτρέψεις;

Στο τέλος μίλησε η φωνή, πέρα απ΄ την πλατεία,
για αυτό που θόλωσα κι εγώ, θα είναι η αιτία.

“Ποιο στάσιμο γλυκό νερό, μ΄ είδε και δεν κινήθει;
ποιός είδε τσι προθέσεις μου, και δεν εκατουρίθει”.

φωτο: Penna.gr