Πού ‘ναι τα εορτοδάνεια;

Έχω πολλά για να σκεφτώ, και ξεκινάει η μέρα,
σ΄ ένα που πήρα απόφαση, δεν πάω κρουαζιέρα.

Μ΄ απάλλαξα και ησύχασα, έδιωξα αυτή τη σκέψη,
κι έχει λιακάδα ο γείτονας, και τάση να χορέψει.

Την πίκρα μου να μάθετε, δεν θέλει και σοφία,
δεν θα΄χω για το φεις μπουκ, καμία φωτογραφία.

Να δείξω αξιοθέατα, φτερά από αεροπλάνα,
και ασορτί χαμόγελα, που δένουν με τα πλάνα.

Δεν θα ΄χω πόζες προσοχής, για τα ντυσίματά μου,
στην τόση ευτυχία μου, να δείχνω τη χαρά μου.

Έχω τη στενοχώρια μου, βραχνή κι η καλημέρα,
βρε ούτε από τη θάλασσα, ούτε κι από αέρα.

Που ΄ναι τα εορτοδάνεια, που φόρτωναν τη μπάγκα;
έπαιρνες την απόφαση, και σ΄ έστελναν Σιλάγκα.

Δεν ξέρω πως την έπαθα, εφέτος ο ευπατρίδης,
με φλόγιστρο το βράσιμο, και ο καφές, ΛΟΥΜΙΔΗΣ.

Πίνω και κάνω όνειρα, που θα ΄θελα να πάω,
να βάζω στο διαδίκτυο, τι φαγητό θα φάω.

Που να ΄βρω τέτοιονε καφέ, είπα να ησυχάσω,
αξίζει το καϊμάκι του, την εκδρομή να χάσω.

Και σίγουρα δεν ξέχασα, τη μέρα του Άι Νικόλα,
που είναι στον αυτόματο, οι ευχές και άρπα κόλα.

Θυμάμαι πόσο ένιωθα, την κάθε χειραψία,
όμως αυτή κι αν χάθηκε, υπάρχει η φωταψία.

Υπάρχουν τα στολίσματα.. και στην πλατεία στο κέντρο,
μα θέλει κι άλλα πάνω του, το στολισμένο δέντρο.

Κι αυτά υπάρχουν ευτυχώς.. οι ποικιλίες σκουπίδια,
που φαίνονται στο σύνολο, σαν όμορφα κεντίδια.

Για αυτό.. και εδώ είναι άψογα, τι ήθελα ταξίδι;
θα κάτσω εδώ στον τόπο μου, και θα το πιω το ξύδι.

Τι Ιταλία, Καρδαμά, τι Αλεξάνδρου Ρώμα,
ποιόν νοιάζει κι αν επέταξε, στον κάδο και το στρώμα;

Πρέπει που φτιάχνω τον καφέ, να με φωτογραφίσω,
να δω και στο διαδίκτυο, τι λάικ θα μετρήσω.

φωτο: agonaskritis