Τα σκαρτσούνια του Άι Βασίλη

Έβαλε κρύο από προχθές, κι αλλάξαμε ούλοι ρούχα,
η τραμουντάνα εξούριζε… θα θέριζε στη Λούχα.

Νοικοκυρές εσπεύσανε, να ντύσουνε το σπίτι,
κι άλλοι πήραν κρυώματα, βουλώματα στη μύτη.

Εγώ ζεστά και κόκκινα, είδα κάτι σκαρτσούνια,
στο τζάκι εκρεμότανε, με φιόγκους και μπαστούνια.

Μία χαρά μου πήγαιναν, και ζεστασία πράμα,
θα τση ο πω, τα φόρεσα, άμα ρωτήσει άμα.

Εκείνης τση γυναίκας μου, που κακό να μην έχει,
που θέλει κουκουλώματα, μόνο όταν φυσάει και βρέχει.

Εμέ μ΄ αρέσει πιο πολύ, όταν με τσούζει κρύο,
ανάβω με το τρίψιμο, και γίνομαι θηρίο.

Και τώρα πιο καλύτερα.. και δεν σας κάνω πλάκα,
με τούτα δω που φόρεσα, τα πόδια μου είναι θράκα.

Σ΄ αναμονή ευρίσκομαι, από προχθές το βράδυ,
δεν έχω όμως ένδειξη, δεν βλέπω ούτε σημάδι.

Νιώθω από την όσφρηση, τα σήματα τα παίρνω,
γλυκαίνω… κι όλο τζόγια μου, την πάω και τη φέρνω.

Δεν βγαίνει όμως η μεριά.. η σπίθα η ζωντανή τσης,
ούτε εκειό το αλλιώτικο, που έχει η φωνή τσης.

Έρχεται η ώρα και η στιγμή, αλλά δεν βλέπω κάτι,
και πάλι το καμάρι μου, εξάπλωσε με πλάτη.

Και κάνει κρύο ο κερατάς, και μένανε μ΄αρέσει,
μόνο που στο κρεβάτι μου, αέρα έχω στη μέση.

Στριμώχνουμαι απάνου τσης, για απάγκιο κι όπως να ΄ναι,
το δώρο τα σκαρτσούνια σου, ψιθύρισα μου πάνε.

Καλύτερα μη μίλαγα, γιατ΄ έβγαλε μποφόρια,
σαν είδε και κατάλαβε, στα πόδια μου τι φόρια.

Εσύ μου λέει βάλθηκες, για μούρλια να με στείλεις,
ετούτα είναι στόλησμα, που θα΄ρθει ο Άι Βασίλης.

Μου τα ΄βγαλε απ΄ τα πόδια μου, κι ήτανε κρύα η νύχτα,
η άσπλαχνη δεν γύρισε, ούτε για καληνύχτα.

Και η τραμουντάνα λύσαγε, κι εγώ είχα τα ίδια,
μόνο… που μόνος κοίταζα, του δέντρου τα στολίδια.

φωτο: InfoKids