Ο πατέρας

Ήταν γεμάτο το κομό, παλιές φωτογραφίες,
πάνω στο χειροποίητο, το κεντημένο στρώμα.

Κι απ΄ το σχολείο των παιδιών, κάποιες ιχνογραφίες,
εικόνες της ψυχούλας τους, και της καρδιάς τους χρώμα.

Αναμεσίς το πήλινο, βάζο με τα λουλούδια,
και το σερβίτσιο το καλό, γλυκόπιοτο στη μέση.

Η εικόνα τ΄ Άγιου Πνεύματος, με φτερωτά αγγελούδια,
και καντηλάκι καίει εκεί, κι αυτό έχει μια θέση.

Παππούς, γιαγιά και πρόγονοι, παλιές φωτογραφίες,
ήταν γεμάτο το κομό, δισέγγονα και εγγόνια.

Φωτογραφίες νυφιάτικες, μπαρμπάδες μας και θείες,
θύμιζαν άλλες εποχές, και περασμένα χρόνια.

Στη μέση η οικογένεια, το κάδρο του πατέρα,
δεν είχε καν χαμόγελο, μηχανικά στημένος.

Αυτός που αγωνίστηκε, για να τα βγάλει πέρα,
όμως, τα μάτια δείχνουνε, πως νιώθει ευτυχισμένος.

Και εγώ εκεί στον καναπέ, μόνος συλλογισμένος,
κοίταζα τον πατέρα μου, κι έβλεπα πόσο μοιάζω.

Ένιωθα μια συνέχεια, σαν κείνον κουρασμένος,
που του ΄χω τις συνήθειες, και τρόπο δεν αλλάζω.

Σαν λείπει υπάρχει ένα κενό, κι είναι το σπίτι άδειο,
όπως , σαν έφευγε πρωί, και γύριζε το βράδυ.

Σας αγαπώ, προσέχετε, έγραφε στο φυλλάδιο,
στην απουσία του έδειχνε, με λόγια του το χάδι.

Μοναδικός.. τ΄ απέδειξε, και ζει ο γέρο πατέρας,
και σ΄ ένα δρόμο όμορφο, πάντα μας οδηγούσε.

Στρατιώτης, φύλακας ζωής, κι ασπίδα κάποιας σφαίρας,
γυρτός στο προσκεφάλι μας, μας σιγοτραγουδούσε.

Με ζεστασιά η αγάπη του, γέμιζε την καρδιά μας,
κι η αγκαλιά του φρούριο, και απάνεμο λιμάνι.

Τα λόγια του σαν έφευγε, γυναίκα τα παιδιά μας,
ένα άξιο μεροκάματο, στην οικογένεια φτάνει.

Καδράκια, όλο το κομό, σμίγει εποχές και χρόνια,
και ο πατέρας… λεβεντιά, πριν στα μαλλιά τα χιόνια.

φωτο: LinkedIn-Business-Solutions