Η Ελλάδα εν μέσω εύθραυστων γεωπολιτικών ισορροπιών

Γράφει ο Διονύσης Τσιριγώτης*

Η τοπογεωγραφική θέση της Ελλάδας στο ενδιάμεσο πολλών γεωγραφικών περιφερειών– Βαλκάνια, Μικρά Ασία, Ανατολική Μεσόγειο, Αδριατική– ανάγεται σε παράθυρο απειλών-ευκαιριών για την εξωτερική της πολιτική. Από τη μια πλευρά, αναφύονται άμεσες ή έμμεσες διακρατικές απειλές με συνεπαγόμενο να καλείται να επιδείξει αυξημένη στρατηγική επαγρύπνηση για την ανάσχεση τους. Ιδίως στην συγκαιρινή περίοδο, που η δυνητικά ευάλωτη οικονομικοπολιτική της κατάσταση, διεγείρει τις πολιτικές αξιώσεις των περιφερειακών της συνδαιτυμόνων, κυρίως εκείνων –Τουρκία, που διαθέτουν την στρατιωτική ικανότητα και επιδεικνύουν την πολιτική τους βούληση να προβάλλουν την ισχύ τους πέρα από τα σύνορά τους. Από την άλλη πλευρά αναδεικνύεται σε γεωπολιτικό άξονα, λόγω της «ευαίσθητης» γεωγραφικής της θέσης και της δυνατότητας που προσδίδει στην εκάστοτε Μεγάλη Δύναμη για την προβολή ισχύος σε πολλές και σημαίνουσες περιφέρειες.
Για να γίνουμε περισσότερο σαφείς και κατανοητοί, η έννοια της διακρατικής απειλής συνδέεται με την ορθολογική εκτίμηση των προθέσεων-κινήτρων του εν δυνάμει επιβουλέα σε συνδυασμό με την γεωγραφική του εγγύτητα, το μέτρο των συντελεστών της εθνικής του ισχύος (οικονομική, στρατιωτική, τεχνολογική) και τη δεδηλωμένη πολιτική του απόφαση να επιζητήσει την αλλαγή του εδαφικού καθεστώτος. Αντίστροφα η προ-αποφασιζόμενη πολιτική διαλλακτικότητα της Αθήνας, με μια σειρά πράξεων καλής θελήσεως απέναντι:
α) στα Σκόπια, για τη διαρρύθμιση του ονοματολογικού ζητήματος,
β) στα Τίρανα, για μια συνολική διευθέτηση των διμερών ζητημάτων,
και η διαδήλωση του σεβασμού των κανόνων του διεθνούς δικαίου έναντι των τουρκικών προκλήσεων σε Αιγαίο και Κύπρο, καλλιεργεί ευσεβείς πόθους για την ανάπτυξη αρμονικής δράσης και συνεργασίας με τους περιφερειακούς της συνδαιτυμόνες.
Παρά ταύτα, πριν καλά καλά στεγνώσει το μελάνι από την υπογραφή της Συμφωνίας των Πρεσπών, οι ελπίδες της Αθήνας για οριστική διευθέτηση του ζητήματος αποδείχθηκαν φρούδες, μετά και την έγκριση των τεσσάρων συνταγματικών τροπολογιών από το υπουργικό συμβούλιο της πρώην Γιουγκοσλαβικής Δημοκρατίας της Μακεδονίας (ΠΓΔΜ). Δεν είναι μόνο η επιλεκτική εξαίρεση του όρου «Δημοκρατία της Μακεδονίας», που διατηρείται για «ιστορικούς λόγους» στο άρθρο 36 του Συντάγματος της ΠΓΔΜ αλλά και οι αλυτρωτικές αναφορές περί διακριτής «ταυτότητας του Μακεδονικού Λαού και του Μακεδονικού κράτους…», που προβληματίζουν τους διαμορφωτές της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής.
Αντίστοιχα η διμερής διπλωματική προσέγγιση Αθήνας-Τιράνων, για τη οριοθέτηση των καθεστώτων των θαλάσσιων ζωνών (Υφαλοκρηπίδα, Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη) υπό την πρόνοια ότι η επικείμενη συμφωνία δεν θα πρέπει να εμπεριέχει αναφορές και γεωγραφικούς προσδιορισμούς, που δύναται «να διεγείρουν τα πάθη μεταξύ των δύο λαών», με συνεπαγόμενο την «εγκατάλειψη, και επισήμως, από την Ελλάδα της “Βόρειας Ηπείρου”, αλλά και αντιστοίχως από πλευράς Αλβανίας» της Τσαμουριάς, τείνει να εξισώσει το διεθνώς αναγνωρισμένο καθεστώτος αυτονομίας των Ελλήνων της Βορείου Ηπείρου (Πρωτόκολλο Κέρκυρας 1914) με «τις ανιστόρητες διεκδικήσεις διαφόρων αλβανικών κυβερνήσεων σε μία περιοχή της Ηπείρου, στη Θεσπρωτία κυρίως, την οποία προσδιορίζουν ως “Τσαμουριά”» και χωρίς να συνυπολογίζεται η αναβίωση του Αλβανικού «μεγαλοϊδεατισμού».
Ο υποβόσκουν «μεγαλοϊδεατισμός» της Αλβανίας που αναζωπυρώθηκε μετά την κατάρρευση του καθεστώτων του υπαρκτού σοσιαλισμού και κυρίως με το παράθυρο ευκαιρίας που δημιούργησε η διάλυση της Σοσιαλιστικής Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γιουγκοσλαβίας, με απότοκο την ωμή παραβίαση του διεθνούς δικαίου στην de facto απόσχιση και μετέπειτα ανεξαρτητοποίηση του Κοσσόβου (2008), εξέθρεψε τις αναθεωρητικές αξιώσεις της συγκαιρινής πολιτικής ηγεσίας των Τιράνων, για μελλοντική προσάρτηση της περιοχής, εάν και εφόσον η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν εκκινήσει τις ενταξιακές διαπραγματεύσεις με το Κοσσυφοπέδιο. Τοιουτοτρόπως ο πρόεδρος του Κοσσυφοπεδίου Χασίμ Θάτσι, «διεμήνυσε ότι “όλοι οι Αλβανοί της περιοχής θα ζήσουν σε μία, ενωμένη χώρα” εάν η ΕΕ κλείσει τις πόρτες της». Για να υπερθεματίσει ο πρόεδρος του Αλβανικού Εθνικού Συμβουλίου στο Πρέσεβο της Νότιας Σερβίας, «ότι οι κατοικούμενες από αλβανικό πληθυσμό σερβικές πόλεις Μπουγιάνοβατας, Πρέσεβο και Μεντβέντια, θα πρέπει επίσης να ενταχθούν σε μια ένωση Κοσόβου και Αλβανίας».
Τέλος δεν δύναται να παραλειφθεί και η σκιώδης απειλή που δημιουργείται με την ίδρυση του επονομαζόμενου «Απελευθερωτικού Στρατού της Τσαμουριάς» το 2005, και του ρητορικού φόβου για την πραγματοποίηση ένοπλων επιθέσεων στην Ελλάδα.
Ωστόσο εάν και το μέτρο αξιοπιστίας των ανωτέρω έμμεσων απειλών είναι σχετικό ισχνό, τίποτα και κανείς δεν μπορεί να αποκλείσει (και με δεδομένο το ρευστό γεωπολιτικό περιβάλλον στη Χερσόνησο του Αίμου, απότοκο του στρατηγικού διατακτικού της εφαρμογής της «Φιλελεύθερης Ηγεμονίας» των ΗΠΑ) την ταχεία μετεξέλιξή τους σε άμεσες, με τον προσεταιρισμό ετερόφωτων πηγών ισχύος, π.χ. Τουρκία ή ΗΠΑ. Συνεπαγόμενα η υιοθέτηση και εφαρμογή μιας στρατηγικής εξαναγκαστικής διπλωματίας από την Τουρκία, καθιστά αναγκαία την εφαρμογή μιας άμεσης, εκτεταμένης, ενεργητικής αποτροπής από Ελλάδα και Κύπρο. Σε μια προσπάθεια να «ιμιοποιήσει»/περιορίσει το εύρος των θαλάσσιων καθεστώτων Αθήνας-Λευκωσίας ή να καταστείλει την άσκηση των κυριαρχικών τους δικαιωμάτων, η τουρκική πολιτική ηγεσία θα κατασκευάσει την γεωπολιτική έννοια της «γαλάζιας πατρίδας» προδηλώνοντας δια στόματος του Τούρκου υπουργού άμυνας, Χουλουσί Ακάρ (4.11.2018) ότι:
«Όλοι πρέπει να γνωρίζουν ότι θα κάνουμε όλα τα απαραίτητα βήματα για να προστατεύσουμε τα συμφέροντα και δικαιώματά μας. Σε αυτό το πλαίσιο το Μπαρμπαρός και ο Πορθητής μας θα συνεχίσουν τις δραστηριότητές τους στις περιοχές θαλάσσιας αρμοδιότητάς μας με τη συνοδεία των πολεμικών μας δυνάμεων. Δεν θα επιτρέψουμε ποτέ οι συνομιλητές μας να παραβιάσουν το δίκαιο, τα ιστορικά δικαιώματα και τα συμφέροντά μας στη γαλάζια πατρίδα μας στη θάλασσα. Πρέπει να γνωρίζουν όλοι ότι δεν θα πετύχει κανένα σχέδιο στο Αιγαίο και τη Μεσόγειο στο οποίο δεν συμμετέχει η Τουρκία και η βόρεια Κύπρος».
Ουσιαστικά η Τουρκία επιδιώκει να διασφαλίσει την θαλάσσια κυριαρχία της στο Αιγαίο-Ανατολική Μεσόγειο, (βλέπε δηλώσεις Μπαχτσελί περί τουρκικής λίμνης στην Ανατολική Μεσόγειο, 6.11.2018) μέσω της απόκτησης ναυτικής υπεροπλίας, συνδυαστικά με την αγαστή ανάπτυξη του θαλάσσιου εμπορίου και την προνομιακή πρόσβαση σε ξένες αγορές.
Συμπερασματικά, η ανωτέρω περιγραφή των αναφυόμενων άμεσων-έμμεσων απειλών για τα θεμελιώδη ζωτικά συμφέροντα Αθήνας-Λευκωσίας, επιτάσσει την θωράκιση της εδαφικής τους επικράτειας έναντι πάντων και την προάσπιση των θεμελιωδών, διϋποκειμενικών παραγόντων που συνέχονται με τον εθνικό πατριωτισμό, (γλώσσα, κουλτούρα, ιστορία, παραδόσεις) γιατί ακόμη και η απλή αυτοσυντήρηση-επιβίωση της εκάστοτε κρατικής/συλλογικής οντότητας είναι μια διαδικασία δυναμική που επιτάσσει τη διεύρυνση της ισχύος της. Εν ολίγοις, επανερχόμαστε στη διαπίστωση του Ελευθερίου Βενιζέλου:
“…Δεν αποφεύγει τον κίνδυνον εκείνος ο οποίος φεύγει αυτόν. Αποφεύγει τον κίνδυνον αποτελεσματικώς εκείνος ο οποίος αντιμετωπίζει αυτόν”.

*Ο Διονύσης Τσιριγώτης, είναι Επίκουρος Καθηγητής, Σύγχρονης Ελληνικής Ιστορίας, Διεθνών Σχέσεων & Διπλωματίας στο Τμήμα Διεθνών & Ευρωπαϊκών Σπουδών, Πανεπιστημίου Πειραιώς

φωτο: Tribune