Ο Γ. Κοπανάς κρούει καμπανάκι για την αντισεισμική προστασία της Ζακυνθου

“Ο επόμενος μεγάλος σεισμός θα πρέπει να μας προστατεύσει από τον μεθεπόμενο”

Το καμπανάκι για τη σωστή αντισεισμική προστασία της Ζακύνθου και κατ’ επέκταση των Ιονίων Νήσων κρούει για άλλη μια φορά ο Δρ. Φυσικής και για δεκαετίες μελετητής Γιάννης Κοπανάς επισημαίνοντας την ανάγκη δημιουργίας Ερευνητικού Σεισμολογικού Κέντρου αποκομμένο πλήρως από οποιοδήποτε άλλο αντικείμενο που δεν σχετίζεται με τα σεισμικά φαινόμενα. Σύμφωνα με τον ίδιο θα πρέπει να το λάβουν σοβαρά υπόψη όσοι οραματίζονται και προγραμματίζονται τη συγχώνευση του ΤΕΙ και του Ιόνιου Πανεπιστημίου.

ΕΡ.: Πρόσφατα δηλώσατε ότι η Σεισμολογία θα «κλείσει» ως επιστήμη αν δεν ρίξει το βάρος της στην πρόγνωση σεισμών. Θέλετε να μας το αναλύσετε;
ΑΠ.:
Στα 100 περίπου χρόνια που η Σεισμολογία κατατάσσεται σαν σύγχρονη φυσική επιστήμη, έριξε όλο το βάρος της στην μέτρηση και καταγραφή των σεισμών και στη δυνατότητα αξιοποίησης αρκετών γεωφυσικών παραμέτρων. Σήμερα ειδικά στον Ελλαδικό χώρο, με την ψηφιακή τεχνολογία, η δυνατότητα καταγραφής σεισμών μεγέθους από 0.2 και πάνω, είναι πλέον εφικτή. Να λάβουμε υπόψη ότι μέχρι το 1986 (στοιχεία Αστεροσκοπείου Αθηνών), μόνο σεισμοί μεγέθους πάνω από 4 καταγράφονται. Συγχρόνως η ψηφιακή τεχνολογία επιτρέπει σε όλους όσους χρησιμοποιούν υπολογιστή, να ενημερώνονται για τις αυτόματες επιλύσεις όλων των σεισμών που γίνονται παγκοσμίως, μέσα σε λίγα λεπτά. Επομένως εφόσον η καταγραφή των σεισμών έχει επιλυθεί αυτόματα και ψηφιακά και μετράμε με ακρίβεια τα χαρακτηριστικά ενός σεισμού, κάτι που βοήθησε και βοηθά στη βελτίωση των κατασκευών, απαιτείται ισχυρή και συστηματική στροφή της επιστημονικής κοινότητας προς την έρευνα των προδρόμων φαινομένων ενός σεισμού, η γνώση των οποίων θα μας αποκαλύψει τα στάδια της δημιουργίας και το χρονοδιάγραμμα της πρόκλησης των σεισμών και θα μας οδηγήσει στην προστασία μέσω της εγρήγορσης, κυρίως της ανθρώπινης ζωής. Απόδειξη της πλήρους κατανόησης ενός φυσικού φαινομένου είναι η δυνατότητα πρόγνωσής του. Επομένως πρέπει να στραφούμε με θέληση και ομοψυχία, προς αυτή την κατεύθυνση ακριβώς επειδή όπως αναφέρει και ο καθηγητής Παπαζάχος: “Η αντισεισμική προστασία αποτελεί το σημαντικότερο λόγο μελέτης των σεισμών, από τις αρχές του εικοστού αιώνα τουλάχιστον”.

Στο Τόκυο : Οι καθηγητές Κοπανάς, Αντωνόπουλος, Ευταξίας, Αλεξόπουλος και Βαρότσος

ΕΡ.: Τις τελευταίες μέρες γίνεται έντονα μια συζήτηση για την συγχώνευση του Ιονίου Πανεπιστημίου με το ΤΕΙ Ιονίων Νήσων και την παράλληλη δημιουργία Ερευνητικού Ινστιτούτου. Γιατί θα πρέπει να γίνει Ερευνητικό Σεισμολογικό Κέντρο στη Ζάκυνθο; Ποία είναι η γνώμη σας γι αυτό;
ΑΠ.:
Όλα τα ερευνητικά κέντρα παγκοσμίως γίνονται σε μέρη που είναι κατάλληλα για το είδος της έρευνας που πραγματοποιούν. Π.χ. δεν μπορείς να φτιάξεις ένα ερευνητικό κέντρο θαλασσίων ερευνών πάνω στο βουνό, αλλά σε παραθαλάσσια ή θαλάσσια περιοχή που σου παρέχει την δυνατότητα να παρακολουθείς θαλάσσια φαινόμενα.
Ή όταν θέλεις να κάνεις κέντρο αστρονομικών παρατηρήσεων το κάνεις σε μέρη που μπορείς να παρακολουθείς με ελάχιστες ατμοσφαιρικές ή φωτορυπαντικές παρεμβολές τον ουρανό (π.χ. στη Χαβάη, στο μέσον του Ειρηνικού ωκεανού σε ύψος 4.000 μέτρα). Όταν λοιπόν σκέφτεσαι να κάνεις Ερευνητικό Κέντρο στη Ζάκυνθο, πρέπει να λάβεις υπόψη σου πρώτα-πρώτα την συνεχή και επαναλαμβανόμενη σεισμική δραστηριότητα της περιοχής. Έχεις κάτω από τα πόδια σου μια σεισμική τράπεζα και μπορείς να την αξιοποιήσεις παρακολουθώντας την συμπεριφορά χιλιάδων σεισμών που γίνονται συνεχώς. Τα οφέλη αυτής της έρευνας θα αποδοθούν πρώτα στην επιστήμη, κατόπιν στην τοπική κοινωνία και τέλος σε όλες τις σεισμογενείς περιοχές του πλανήτη.
Από το 1901 που καταγράφονται στην Ελλάδα οι σεισμοί με όργανα και μέχρι σήμερα, έχουν καταγραφεί στην περιοχή μας πάνω από 36.000 σεισμοί. Από αυτούς περίπου 1.300 ήταν πάνω από 4 Richter, οι 215 ήταν πάνω από 5 Richter, οι 22 ήταν πάνω από 6 Richter, οι 8 πάνω από 6,5 Richter και οι 2 πάνω από 7 Richter (1953 και 1983).
Επιπρόσθετα η έρευνα που γίνεται επί 35 χρόνια στη Ζάκυνθο, πρώτα με τη μέθοδο ΒΑΝ (καθηγητής Π. Βαρώτσος) και κατόπιν με την μέθοδο Ανίχνευσης Ηλεκτρομαγνητικής Ακτινοβολίας (καθηγητές Κ. Ευταξίας και Κ. Νομικός) σε συνεργασία με τον Γιώργο Αντωνόπουλο, τον Τάσο Καλημέρη και εμένα, έδειξε ότι η βραχυπρόθεσμη πρόγνωση των σεισμών (ακρίβεια στο χρόνο από λίγες εβδομάδες έως λίγες ώρες) είναι πλέον εφικτή και προάγει το σημερινό επίπεδο της σεισμολογικής γνώσης. Άλλωστε η αποδοχή των 100 και πλέον εργασιών μας από τα μεγαλύτερα διεθνή επιστημονικά περιοδικά και συνέδρια και οι χιλιάδες αναφορές επιστημόνων από όλο τον κόσμο σε αυτές, αποδεικνύουν την επιστημονική πρόοδο που έχει επιτευχθεί.

ΕΡ.: Ποιες οι προσδοκίες από ένα τέτοιο Ερευνητικό Κέντρο;
ΑΠ.:
Ένα τέτοιο κέντρο θα τοποθετήσει την σεισμολογία από επιστήμη καταγραφής σεισμών (που ούτως ή άλλως με τη σημερινή τεχνολογία καταγράφονται από επίσημα κέντρα και δημοσιοποιούνται στο διαδίκτυο), σε επιστήμη καταγραφής όλων των φαινομένων που προηγούνται, συνυπάρχουν και έπονται ενός σεισμικού γεγονότος. Αυτό θα μας οδηγήσει σε μια εμβάθυνση και καλύτερη ανάγνωση και κατανόηση του φαινομένου «Σεισμός» και ως εκ τούτου σε μια ασφαλή πρόγνωση που θα σώσει ζωές, αλλά και ανθρωπογενείς εγκαταστάσεις-δραστηριότητες, όπως είναι για παράδειγμα ένα εργοστάσιο παραγωγής ενέργειας ή μια γεώτρηση εξόρυξης πετρελαίου.
Ένα φυσικό φαινόμενο μπορείς να το προγνώσεις μόνο όταν το κατανοήσεις πλήρως. Όπως έχει γίνει π.χ. με την πρόγνωση του καιρού, η οποία επετεύχθη μόνο όταν έγιναν κατανοητοί οι μηχανισμοί της κατώτερης και ανώτερης ατμόσφαιρας.
Ένα τέτοιο ερευνητικό κέντρο στο μάτι του «σεισμικού κυκλώνα», θα μπορέσει να αποκτήσει διεθνή ακτινοβολία και να γίνει κέντρο διεθνών συνεδρίων και διεθνών επισκέψεων, ενισχύοντας τον επιστημονικό τουρισμό που είναι μια μορφή ποιοτικού τουρισμού που έχει απόλυτη ανάγκη η περιοχή μας. Συγχρόνως θα διαφημίσει την περιοχή μας όχι μόνο σαν το νησί του Ναυαγίου, αλλά και σαν το νησί ενός εξειδικευμένου ερευνητικού κέντρου διεθνούς ακτινοβολίας.

Οι κ.κ. Αντωνόπουλος και Κοπανάς με τον καθηγητή Φουτζινάουα

ΕΡ.: Μπορεί το ΤΕΙ και το Ιόνιο Πανεπιστήμιο να υποστηρίξουν επιστημονικά ένα τέτοιο εγχείρημα;
ΑΠ.:
Ασφαλώς και μπορούν αρκεί να κατανοήσουν την διάσταση του εγχειρήματος και να το υποστηρίξουν. Άλλωστε έχοντας τμήμα Τεχνολόγων Περιβάλλοντος δεν κατανοώ γιατί να μην είναι εφικτό, μαζί με τα άλλα επιστημονικά αντικείμενα που ασχολούνται, να περιλάβουν και το Γεωφυσικό Περιβάλλον, τη στιγμή που έχουν κάτω από τα πόδια τους ένα φυσικό σεισμολογικό εργαστήριο που δεν θα πάψει ποτέ να παράγει προσεισμικά, σεισμικά και μετασεισμικά φαινόμενα. Άλλωστε οι γεωφυσικές δομές είναι αυτές που προκάλεσαν το ιδιαίτερο φυσικό κάλλος των νησιών του Ιονίου και σε αυτές οφείλουν την μεγάλη τους επισκεψιμότητα.

ΕΡ.: Έχετε συμμάχους σε αυτή σας την πρόταση;
ΑΠ.:
Τα 35 χρόνια που ασχολούμαι με τον Γιώργο τον Αντωνόπουλο και άλλους πολύ σημαντικούς επιστήμονες (καθηγητές Βαρώτσος, Αλεξόπουλος, Ευταξίας, Τσελέντης, Νομικός κ.ά.) μας έχουν δώσει σημαντικά αποτελέσματα στην έρευνα, πλήρως αποδεκτά από την διεθνή επιστημονική κοινότητα. Προσεισμικά σήματα ταυτισμένα απόλυτα με τα στάδια της θραύσης των στερεών υλικών πριν και κατά τον σεισμό. Άρα σύμμαχος μας είναι πρωτίστως η επιστημονική γνώση που συνοδεύεται από τις πάνω από 100 επιστημονικές εργασίες και ανακοινώσεις σε διεθνή επιστημονικά περιοδικά και συνέδρια με χιλιάδες αναφορές σε αυτές. Κατόπιν η Τοπική Κοινωνία έχει αποδεχθεί το έργο μας, την εθελοντική μας προσφορά και την σοβαρότητα με την οποία κάθε φορά αντιμετωπίσαμε ένα σεισμικό γεγονός. Επίσης οι Περιφερειακοί Σύμβουλοι και ιδιαίτερα ο Αντιπεριφερειάρχης Λευτέρης Νιοτόπουλος έχει δείξει την εμπιστοσύνη του στην πρόταση αυτή και έχει κατανοήσει πλήρως τα οφέλη που έχει αυτή για τον τόπο. Δεδομένου δε ότι στη ζωή τίποτα δεν χαρίζεται έχει δείξει ισχυρή διάθεση να αγωνιστεί σε επίπεδο Περιφέρειας, αλλά και μέσα στην επιστημονική κοινότητα, για να το επιτύχει. Τέλος πιστεύω, όσο κι αν ακούγεται κυνικό, ότι σύμμαχός μας για τη δημιουργία ενός Ερευνητικού Σεισμολογικού Κέντρου θα είναι ο επόμενος μεγάλος σεισμός στην περιοχή μας.

Ο κ. Κοπανάς με τον κ. Άκη Τσελέντη

ΕΡ.: Ποία η γνώμη σας για τις προσπάθειες άντλησης πετρελαίου στην περιοχή μας;
ΑΠ.:
Η αλήθεια είναι ότι δεν γνωρίζουμε πολλές από τις οφειλόμενες απαντήσεις.
Είναι όμως βέβαιο ότι και σε αυτό το θέμα, έχουμε αρχίσει να θέτουμε τις σωστές ερωτήσεις. Άρα είμαστε στο σωστό δρόμο.
Και οι ερωτήσεις τίθενται αμείλικτες: Είναι τόσο σημαντικό από οικονομικής απόψεως να ανακαλύψουμε και να εκμεταλλευθούμε υδρογονάνθρακες στην περιοχή του Ιονίου; Σε μία περιοχή που έχουν επενδυθεί δισεκατομμύρια σε μια άλλη πλουτοπαραγωγική δραστηριότητα που είναι ο Τουρισμός; Γιατί δεν στρεφόμαστε προς τις Ήπιες και Ανανεώσιμες Μορφές Ενέργειας;
Ένα ατύχημα στην περιοχή του Ιονίου, σαν αυτό της Deepwater Horizon στο Μεξικό (700.000 τόνοι πετρελαίου) που θα καταστρέψει το φυσικό περιβάλλον και τον τουρισμό, θα μπορούσε να τύχει διαχείρισης από το ελληνικό κράτος ώστε να αντιμετωπισθεί τουλάχιστον όπως το διαχειρίστηκαν οι ΗΠΑ; Αν λάβουμε υπόψη το ελαχιστότατο ατύχημα στο Σαρωνικό (2.500 τόνοι πετρελαίου), δεν μπορούμε να είμαστε σίγουροι.
Δεδομένου ότι η περιοχή είναι εξαιρετικά σεισμογενής, έχουν ληφθεί τα απαραίτητα μέτρα, ώστε οι εταιρείες άντλησης, να περιορίσουν τα κέρδη τους, προς χάριν της ασφάλειας των γεωτρήσεων; Θα επιλεγούν δηλαδή αξιόπιστες εταιρείες, ως ανάδοχες και θα ζητηθούν από αυτές τα απαραίτητα εχέγγυα ασφαλείας;
Έχουν γίνει αξιόπιστες μικροζωνικές μελέτες του βυθού, για την επιλογή της θέσης της γεώτρησης μακριά από ενεργά σεισμογόνα ρήγματα, ώστε ένας πιθανός σεισμός να μην δημιουργήσει πρόβλημα, εφόσον άλλωστε μιλάμε για κοιτάσματα υψηλών πιέσεων, που εγκυμονούν τον κίνδυνο να έχουμε φαινόμενο blowout;
Εφόσον στηθεί η γεώτρηση και αρχίσει η πρώτη φάση της άντλησης θα υπάρχουν τοπικά δίκτυα, με τα οποία θα εντοπίζονται μικροί σεισμοί και πρόδρομα φαινόμενα, ώστε να παρακολουθούμε, μήπως έχουμε ενεργοποίηση κοντινών ρηγμάτων ή μήπως έχουμε μετατόπιση επικέντρων προς την περιοχή της γεώτρησης;
Σε αυτό το τελευταίο, το Ερευνητικό Σεισμολογικό Κέντρο θα μπορούσε να παίξει πολύ σημαντικό ρόλο και αυτό είναι ένα ακόμα επιχείρημα για την αναγκαιότητά του.
Εν ολίγοις αν δεν μπορούμε να αποτρέψουμε την άντληση υδρογονανθράκων στην περιοχή μας, ας την κάνουμε πιο ασφαλή με τη συμμετοχή στην διαδικασία, των επιστημόνων μας και των τοπικών μας κοινωνιών.