Καθρέφτης μας η Μπόχαλη

Φωτόνε μέρα διάλεξα, για ακόμα μία βόρτα,
κι΄ είναι τραχύς ο δρόμος μου, και ανάμεσα από χόρτα.

Στο μονοπάτι… θα το πώ, στη Μπόχαλη που βγαίνει,
δίπλα στο γλινο λάγκαδο, που λίγο- λίγο σέρνει.

Βγάζει ρομάντζα η Μπόχαλη, αλλά και μία πίκρα,
θυμό… κι΄ από την πίεση, ατμό σαν να ΄μαι χύτρα.

Ποιός κουμαντάρει σκέφτηκα, εδώ, τούτον τον τόπο,
να δει αυτά που εγώ γροικώ, και που δεν έχει κόπο.

Έχει πολλούς συνένοχους, αυτή η φωτογραφία,
η αδιαφορία κρύβεται, πίσω..από γραφεία.

Από χαρτιά, παραχαρτιά, και ναι θα τ΄ αναφέρω,
κι΄ η άλλη λέξη η πιό βαθιά, το Ελληνικό δεν ΞΕΡΩ.

Κρατήσεις λέει στο κόκκινο, διαβάζω εφημερίδα,
να δοκιμάσουν Μπόχαλη, βάλτε τσους μία μερίδα.

Στόν οδηγό θα έλεγα, αν θα τη περπατήσουν,
θα καταπιούν τα δόντια τσους, για θα στραβοπατήσουν.

Καλό και για τη ξεναγό, να ΄χει σημειωμένα,
να πεί δυο λόγια αδελφέ, για φτούνα τα καμένα.

Και στη πλατεία μπαίνοντας, να πει άμα χαζεύουν,
κοιτάτε ίσια σας μπροστά, τα άλλα περισσεύουν.

Νιώθω ντροπή ατέλειωτη, ένα πικρό φαρμάκι,
μια κοροϊδία ανεύθυνων, που ζω από παιδάκι.

Το πολλαπλό συμπέρασμα, το έχω βγάλει χρόνια,
μ΄ όλους αυτούς μυρίζουμε, μια βρώμικη κολώνια.

Εγω δεν ξέρω γράμματα, και πως να κοροϊδέψω,
όμως ξέρω τη θέση μου, και να νοικοκυρέψω.

Ξέρω τι είναι αρχοντιά, κι΄ η μόστρα η καλή μου,
πότε στον επισκέπτη μας, μοσχοβολάει η αυλή μου.

Έχω ερωτήσεις μπόλικες, στο επόμενο να κάνω,
τώρα ειν΄ ώρα να πλυθώ, νερό για να ζεστάνω.