Μυρωδιές των παιδικών μας χρόνων…

Γράφει η Α. Μαρκεσίνη

Το ηλικιωμένο ζευγάρι μπαίνει στην καφετέρια με αργά, σταθερά βήματα. Είναι Κυριακή, μετά την καθιερωμένη λειτουργία. Ξεχωρίζουν μέσα στο πολύχρωμο και πολύβουο πλήθος των ντόπιων και τουριστών. Εκείνος, με γκρι καλοσιδερωμένο κουστούμι, με άσπρο κολλαριστό πουκάμισο, χωρίς γραβάτα και με τα αραιά, άσπρα μαλλιά του στρωμένα με χωρίστρα στο πλάι. Εκείνη, με καφέ ταγέρ, κλειστό μαύρο παπούτσι και καλσόν στο χρώμα του ποδιού, αν και η ζέστη καλά κρατεί. Στο γιακά του λεπτού σακακιού της φορά χρυσή καρφίτσα, με κόκκινη πέτρα, ενώ από το λαιμό της κρέμεται σταυρουδάκι, χωρίς λάμψη πια, αλλά παρηγοριά και ελπίδα στις κακοτοπιές. Τα μαλλιά της είναι πιασμένα σε σφιχτό χαμηλό κότσο. Περνούν σιμά μου και κάθονται στο διπλανό τραπέζι. Αυτός παραγγέλνει και για τους δύο. Η οικεία μυρωδιά του ρούχου του καθαρισμένου με βενζίνη και στριμωγμένου σε μικρή ντουλάπα πλανιέται στην ατμόσφαιρα και ξεκλειδώνει ένα χείμαρρο αναμνήσεων και εικόνων. Όλες έρχονται με ιλιγγιώδη ταχύτητα από την παιδική μου ηλικία, την εποχή της αθωότητας και της χαράς. Βλέπω μπροστά μου την όμορφη, σκαλιστή ντουλάπα των παππούδων μου, την απρόσιτη και πάντα κλειδωμένη. Ήταν τέλεια πρόκληση για μας τα παιδιά! Μηχανευόμασταν διάφορα, για να την ανοίξουμε και όταν τα καταφέρναμε… τι χαρά! Η εξερεύνηση άρχιζε… Τα μάτια μας περιδιάβαιναν τα λιγοστά ρούχα, άλλα κρεμασμένα και άλλα διπλωμένα, που ήταν τακτοποιημένα με τάξη καθώς και τα πεντακάθαρα, καλοσιδερωμένα μαντηλάκια. Περιεργαζόμασταν τον παλιό σταυρό, τα δαχτυλίδια του λόγου και του αρραβώνα, το ασημένιο ρολόι τσέπης του παππού με τη γυαλιστερή αλυσιδίτσα και την απίστευτη, σκαλισμένη στο καπάκι, λεπτομέρεια του γεωργού που μοχθούσε με το υνί και τα ζώα του στο χωράφι. Ανοίγαμε τη μαύρη τσάντα της γιαγιάς με το χαρακτηριστικό τρίξιμο. Κοιτάζαμε με περιέργεια τις ασπρόμαυρες φωτογραφίες και τις κάρτες με τοπία από το εξωτερικό, που έκαναν τη φαντασία μας να οργιάζει.
Όμως…το σιδερένιο κουτί με τις σκουριασμένες άκρες στο βάθος της ντουλάπας δεν το ανοίγαμε. Είχαμε δει άπειρες φορές τη γιαγιά μας να το αγκαλιάζει και να κλαίει, άλλοτε με λυγμούς, άλλοτε σιγανά. Περιείχε τα γράμματα του γιού της που είχε χαθεί στην ξενιτιά, τοποθετημένα στη σειρά και δεμένα με κόκκινη κορδέλα. «Αγαπημένη μου μητέρα και πατέρα, σας φιλώ, είμαι καλά, μου λείπετε πολύ …» Αναδύεται η εικόνα της γιαγιάς με μαντήλι στα μαλλιά και μακριά «βελέσια» ,μια ανοιχτή αγκαλιά, η παρηγοριά στα κλάματα, το παξιμάδι με πορτοκάλι που μοσχοβόλαγε. Τα μαύρα δεν τα έβγαλε ποτέ…
Το καφεδάκι των ηλικιωμένων τελείωσε, όπως και η σύντομη αναδρομή στο βασίλειο της παιδικής μου ηλικίας. Την πιάνει ελαφρά από το μπράτσο και τη βοηθάει να σηκωθεί. Γυρνούν και μου χαμογελούν! Χαμογελώ και εγώ! Καλό μεσημέρι τους εύχομαι, καθώς βλέπω τις φιγούρες τους να απομακρύνονται .