Μια βόλτα στα καμένα – Μέρος Β’

Δεν είχα λόγια, ούτε πνοή, να πω και να μιλήσω,
ήθελα μόνο σ΄ όλα αυτά, τα μάτια μου να κλείσω.

Μη βλέπω αυτή τη κόλαση, το μαύρο και τη στάχτη,
που με ωθεί σε τιμωρό, για ν΄ απαλίνω το άχτι.

Ο Κώστας όλο μου΄λεγε, κι΄ ο Ντάσης με τραγούδι,
οι » ΜΟΥΣΟΥΝΤΡΑΔΕΣ» λέει εδώ, πιο κάτου το »ΒΑΤΟΥΔΙ».

Περιοχή πευκόφυτη, και αιωνόβιοι λόγκοι,
κι΄ ο στεναγμός μου στ΄ άψυχα, αντίλαλος και βόγκοι.

Του Ντάση η » ΓΕΡΑΚΙΝΑ» του, γιόμιζε τα κενά μας,
κι΄ »ΑΓΙΑ ΜΑΡΙΝΑ ΒΟΗΘΗΣΕ, ΚΑΙ ΣΩΣΕ ΤΑ ΒΟΥΝΑ ΜΑΣ».

Τραγούδια που γραφτήκανε, όχι για νιούς και τζόγιες,
είναι εμπνευσμένα απ΄ όνειρα, από καπνούς και φλόγες.

Πυκνή ομίχλη εμπόδιζε, την ορατότητά μας,
έκρυβε την απέραντη ηλιθιότητά μας.

Και την τεράστια έκταση, αυτής τση αμαρτίας,
ένα μεγάλο επίτευγμα, μιάς άλλης αλητείας.

Εκάμαμε προς κορυφές, τσου λόγκους του »ΜΕΡΚΑΤΗ»,
και μέσα μου.. παράξενο, σαν να μιλούσε κάτι.

Η λύπη θα ΄ναι, ή ο θυμός, κι΄ είπα άστον να λέει,
μα μου΄βγαινε σαν κύματα, και στο λαιμό να καίει.

Αυτό μου είναι απίστευτο, που ΄γινε στο νησί μου,
να δω εικόνες κόλασης, ήταν απόφασή μου.

Τρείς φίλοι στάχτες είδαμε, πάνου στον Κοιλιωμένο,
και δίπλα ένα χωράφι τσους, με ελούλες φυτεμένο.

Κι΄ οι τρεις μας κοιταχτήκαμε, με βλέμμα όλο φωτία,
για ούλα τα γινόμενα, υπάρχει κάποια αιτία.