ΕΓΚΑΙΝΙΑ ΜΟΥΣΕΙΟΥ ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΥ ΣΤΗ ΛΕΥΚΑΔΑ | Στ. Κοντονής: «Τεράστια η συνεισφορά του επτανησιακού πολιτισμού»

Ο Υπουργός Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και Βουλευτής Ζακύνθου Σταύρος Κοντονής εκπροσώπησε την Κυβέρνηση στα εγκαίνια του Μουσείου Άγγελου Σικελιανού στη Λευκάδα, που στεγάζεται στο σπίτι του ποιητή, στο ιστορικό κέντρο του νησιού.

Το ερειπωμένο σπίτι του ποιητή αγοράστηκε από την Εθνική Τράπεζα το 2009, ενώ για την αναστήλωση και την ολοκλήρωση του Μουσείου χρειάστηκαν περισσότερα από οχτώ χρόνια. Η μουσειολογική μελέτη έγινε από πολυμελή ομάδα του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, με υπεύθυνη της μουσειολογικής μελέτης την καθηγήτρια στο ΑΠΘ Ματούλα Σκαλτσά, τον καθηγητή του ΑΠΘ Πάνο Τζώνο με τους συνεργάτες του, ενώ την επιστημονική εποπτεία της έρευνας είχε η καθηγήτρια του πανεπιστημίου Ιωαννίνων Αθηνά Βογιατζόγλου. Τη μελέτη αποκατάστασης έκανε ο ομότιμος καθηγητής του ΕΜΠ Παναγιώτης Τουλιάτος με τους συνεργάτες του.

Σήμερα, ο επισκέπτης έχει τη δυνατότητα να θαυμάσει περισσότερα από εκατό εκθέματα, που συγκεντρώθηκαν από άλλα μουσεία και συλλογές και αφορούν τόσο την προσωπική ζωή του ποιητή, όσο και τη λογοτεχνική του προσωπικότητα, η οποία ξεπέρασε τα όρια της Ελλάδας, καθώς υπήρξε εννέα φορές υποψήφιος για το βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας.

Ακολουθεί ολόκληρη η ομιλία του Υπουργού Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων κ. Σταύρου Κοντονή:

«Με ιδιαίτερη χαρά και συγκίνηση βρίσκομαι ανάμεσα σας, εκπροσωπώντας τον Πρόεδρο της Κυβέρνησης Αλέξη Τσίπρα στα εγκαίνια του Μουσείου Άγγελου Σικελιανού.

Η σημερινή, ευτυχής περίσταση αναδεικνύει για μια φορά ακόμη τη σπουδαία συνεισφορά του Επτανησιακού πολιτισμού τόσο στην Ελλάδα αλλά και στα διεθνή πολιτιστικά πεπραγμένα.

Θεωρώ ότι αξίζει να γίνει μια σύντομη μνεία στη συμβολή των Επτανησίων στην πολιτική και πνευματική συγκρότηση του Ελληνικού έθνους καθώς, δίχως ίχνος υπερβολής και εξιδανίκευσης, ήταν αυτοί που μεταλαμπάδευσαν με ουσιώδη τρόπο τις πολιτικές ιδέες της Δύσης, την Αναγέννηση και τον Διαφωτισμό στον γενέθλιο μας χώρο.

Ήδη, από την εποχή της προεπαναστατικής Ελλάδας, οι Επτανήσιοι Λόγιοι (Διονύσιος Σολωμός, Ανδρέας Λασκαράτος, Παναγιώτης Πανάς και πλείστοι άλλοι) τροφοδότησαν την πνευματική ζωή του λαού μας με τις εξελίξεις που λαμβάνουν χώρα στη γειτονική Ιταλία και τη Γαλλία.

Σε άλλο επίπεδο, οι άνθρωποι του λαού μέσα από το θέατρο και τις ομιλίες που παραπέμπουν στην ιταλική κομέντια ντελ άρτε, συγκρότησαν ένα κύκλο πολιτισμού μοναδικό για ολόκληρη την περιοχή της Νοτιοανατολικής Μεσογείου.

Παράλληλα, στα τέλη του 18ου αιώνα, με την έλευση των Δημοκρατικών Γάλλων στα Ιόνια δημιουργείται ένα πρόσφορο και φιλόξενο έδαφος για την καλλιέργεια των πιο προοδευτικών ιδεών της Γαλλικής Επανάστασης.

Τα Επτάνησα, διαχρονικά, αποτέλεσαν το φίλτρο για την υποδοχή όλων των ιδεών που αναβλύζουν στην Ευρώπη. Ευτύχημα για όλους μας ήταν ότι, ουδείς από τους λόγιους της περιοχής δεν μετέφερε μηχανιστικά τα πρότυπα που φύονταν στο εξωτερικό. Τουναντίον, με την εκλεπτυσμένη επεξεργασία τους, έγινε κατορθωτή η πρόσληψη των ιδεών της Ευρώπης από την Ελληνική κοινωνία.

Σε αυτό το πρίσμα, η συνεισφορά των Επτανησίων στο πολιτικό γίγνεσθαι της νεοσύστατης χώρας είναι ανεκτίμητη. Τα συντάγματα του Αγώνα για την Ανεξαρτησία σηματοδοτούν την προοδευτική τομή μεταξύ μιας φεουδαρχικής, απαρχαιωμένης πολιτικής δομής και της μετάβασης σε ένα αστικού τύπου, δημοκρατικό –για τα δεδομένα της εποχής- πολίτευμα.

Η πρόβλεψη για την προστασία των ατομικών ελευθεριών, η αρχή της αντιπροσώπευσης, η διάκριση των εξουσιών, η ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης συνιστούν παρεμβάσεις που σήμερα φαίνονται αυτονόητες για τον πολίτη μιας Δυτικής χώρας. Στα ιστορικά συμφραζόμενα των αρχών του 19ου αιώνα, οι παραπάνω ρηξικέλευθες συμβολές αποτελούσαν την προμετωπίδα των φιλελευθέρων και προοδευτικών διεκδικήσεων.

Σε αυτή την διαδικασία, η όσμωση των ιδεών συντελέστηκε από την ενεργό παρουσία και δράση των Επτανήσιων που, τόσο προεπαναστατικά, όσο και με την έναρξη του Αγώνα, συνέρρεαν στα απελευθερωμένα εδάφη και συμμετείχαν αποφασιστικά στη συγγραφή των Συνταγμάτων.

Έτερη σπουδαία συνεισφορά του Επτανησιακού πολιτισμού, αποτελεί η πολιτισμική. Βέβαια, είναι αυτονόητο, ότι ο πολιτικός φιλελευθερισμός ανάγει και ανάγεται σε μια αντίστοιχη πολιτισμική αναγέννηση. Ο ένας πόλος δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς τον άλλο, αποτελούν τέκνα της ίδιας μήτρας, της νεωτερικότητας.

Ας σταχυολογήσουμε, λοιπόν, τη συνεισφορά των Επτανησίων στη χώρα μας: Η λογοτεχνία, ως γνωστόν ευδοκίμησε με τον Σολωμό, τον Κάλβο, τον Βαλαωρίτη, τον Μαβίλη το βεληνεκές των οποίων δεν περιορίζεται στην Ελλάδα. Η Επτανησιακή Σχολή στη μουσική με τη σύνθεση νέων και παραδοσιακών τάσεων (Νικόλαος Μάντζαρος, Παύλος Καρρέρ, Σπυρίδων Σαμαράς). Η ζωγραφική συνιστούσε το πρώτο χρονικά καλλιτεχνικό ρεύμα στην Ελλάδα με σαφείς δυτικοευρωπαϊκές επιρροές. Το θέατρο με την υποδοχή των Αναγεννησιακών ιδεών που κυριαρχούσαν τον 18ο και τον 19ο αιώνα σε όλη την Ευρώπη.

Είναι αναντίρρητο, επομένως, ότι τα Επτάνησα, αποτελούσαν διαρκώς μια γέφυρα: μια γέφυρα που ενώνει, συνθέτει, και λαμπρύνει με τη παρουσία της μια χώρα που παλεύει να στηθεί στα πόδια της έπειτα από δύσκολα και ταραγμένα χρόνια.

Ο Άγγελος Σικελιανός στην εκβολή αυτής της μακραίωνης διαδικασίας αφιέρωσε τη ζωή του σε αυτή την ουσιαστική σύνθεση ανάμεσα στο εγχώριο και το διεθνές. Με τα ποιήματα, τα πεζά και τις τραγωδίες του συντέλεσε στην δημιουργία μιας ακμαίας παράδοσης που εγχάραξε την πορεία της Ελληνικής διανόησης τον εικοστό αιώνα, ιδιαίτερα το πρώτο μισό του.

Μια παράδοση ζώσα και δημιουργική, εναρμονισμένη με τα συγκείμενα της εποχής αλλά και με την υπέρβασή τους, συναλλασσόμενη με τις ανθρώπινες ιδεολογίες και φιλοσοφίες, αφουγκραζόμενη τις πρόσκαιρες αγωνίες αλλά και δεκτική με τις απώτερες, οικεία με το μικρό, το καθημερινό αλλά και με το απόμακρο, το αιώνιο.

Σε αυτό το πνεύμα, χαρακτηριστικό είναι το Απόσπασμα από το «Πνευματικό Εμβατήριο», το γνωστότερο έργο του ποιητή:

«Ομπρός, βοηθάτε να σηκώσουμε τον ήλιο πάνω από την Ελλάδα, ομπρός βοηθάτε να σηκώσουμε τον ήλιο πάνω από τον κόσμο»

Η καρδιά της σκέψης του ποιητή: Στραμμένος στην Ελλάδα, με το βλέμμα στην ανθρωπότητα. Κανείς δεν είναι ξένος, κανείς δεν είναι αποσυνάγωγος, κανείς δεν περισσεύει στην κοινή προσπάθεια: όλοι, μέσα από την ετερότητα και την διαφορετική αφετηρία συνθέτουν τη κοινή συνισταμένη.

Εξάλλου, τι άλλο θα μπορούσε να σημαίνει η δημιουργία των Δελφικών Εορτών, εκτός από την προσπάθεια να δημιουργηθεί ένας παγκόσμιος πνευματικός πυρήνας για να συνθέσει τις αντιθέσεις των λαών, που εκείνη την στιγμή (μεσοπόλεμος γαρ) γιγαντώνονταν;

Ως γνωστόν, ο Σικελιανός επιθυμούσε να πραγματοποιήσει μια σύγχρονη παράδοση που θα αποσκοπούσε στην ενότητα και την ειρήνη όλων των λαών. Ο ίδιος στόχος, από άλλη αφετηρία, βρισκόταν στις διακηρυκτικές αρχές της λεγόμενης Γενιάς του 1930 που περιελάμβανε έτερους σπουδαίους διανοούμενους, όπως οι Σεφέρης, Ελύτης, Ρίτσος, Εγγονόπουλος. Παρά την αποτυχία του εγχειρήματος, ενός εγχειρήματος μάλλον θνησιγενούς καθώς ο πόλεμος πλησίαζε με γοργά βήματα στην Ευρώπη, ο Άγγελος Σικελιανός κατέγραψε τροχιοδεικτικά την πορεία που έπρεπε να ακολουθήσει ο κόσμος: σύνθεση μέσω των αντιθέσεων, ενότητα μέσω της πολυπλοκότητας, συμφωνία μέσω των επιμέρους στόχων.

Αυτή είναι η ισχυρότερη παρακαταθήκη που μας αφήνει η ζωή και το έργο του σπουδαίου μας ποιητή. Εκεί -γιατί το παρελθόν είναι χρήσιμο μόνο όταν αποτελεί φάρο για το μέλλον- θα πρέπει να προσβλέπουμε όλοι μας σε όποιο μετερίζι κι αν βρισκόμαστε.

Κλείνοντας, θα ήταν ισχυρή παράλειψη εκ μέρους μου αν δεν απέδιδα τις προσήκουσες ευχαριστίες προς τον χορηγό, η ανιδιοτελής προσφορά του οποίου κατέστησε εφικτή την δημιουργία του μουσείου.

Είναι πρόδηλο ότι ο ιδιωτικός τομέας, όταν λειτουργεί με το πνεύμα της υπευθυνότητας, της λογοδοσίας και της κοινωνικής ανταπόδοσης αποτελεί ευτυχές συμπλήρωμα της κρατικής πρόνοιας.

Τέλος, θέλω να επισημάνω ότι από σήμερα, οι πολίτες της Λευκάδας, αλλά και όλης της χώρας μπορούν να είναι περήφανοι, να «ηχήσουν τις σάλπιγγες» (όπως προέτρεπε ο μέγας ποιητής, σε μια κομβική στιγμή της Ελληνικής ιστορίας, στην κηδεία του Παλάμα, μέσα στα πικρά χρόνια της κατοχής) για να διατρανώσουν την ίδρυση του σπουδαίου αυτού μουσείου, το οποίο ήδη συγκεντρώνει πάνω του τα βλέμματα όλου του κόσμου.

Κυρίες και κύριοι, φίλες και φίλοι, πολίτες της Λευκάδας μπορούμε όλοι μας να είμαστε περήφανοι για την ιστορική μας μνήμη αρκεί να την αντιμετωπίζουμε με τη δέουσα υπευθυνότητα.

Αν της φερθούμε με σεβασμό, αλήθεια και ευθυκρισία θα μας ανταμείψει με το σημαντικότερο εφόδιο της ζωής, την αυτογνωσία. Με αυτήν σαν όπλο, ατομικό και κοινωνικό, το μέλλον είναι στα χέρια μας ώστε να το πλάσουμε με το καλύτερο δυνατό τρόπο για χάρη των επόμενων γενιών, για χάρη της Ελλάδας».