Βασιλικούς τσι σκέφτηκε…

Βασιλικό πλατύφυλλο, στα βάζα έχουν βάλει,
μεσ΄ το νερό και δίπλα τσους, για ρίζες να τσου βγάλει.

Βασιλικό από εκκλησιά, που ΄ναι λειτρουϊμένος,
κ΄ ακόμα πιό ομορφότερο, διπλό ευλογημένος.

Τσου πήγε εκειός ο άνθρωπος, προχθές που ΄χε περάσει,
τρεις χάριτες στα μάτια του, κ΄ είπε να τσου μοιράσει.

Η μία τον εφύτεψε, τον έβαλε σε γλάστρα,
για να φουντώσει σ΄ ουρανό, και να τση βλέπει τ΄ άστρα.

Το έβαλε και τσι ΄πιασε, πως τα ΄χει καταφέρει,
σ΄ αυτό παλιά ελέγανε, πρέπει και να ΄χεις χέρι.

Τση άλλης τση ερίζωσε, μέσα στ΄ ανθοδοχείο,
μα ακόμα η αδιάφορη, τον έχει στο γραφείο.

Μένει εκεί αφύτεφτος, και παραμελημένος,
κ΄ ας είναι από λειτρούιμα, διπλο λιβανισμένος.

Τση τρίτης το ίδιο απείραχτος, μέσα σ΄ ένα ποτήρι,
να βγάλει τρίχες στο νερό, μα που τέτοιο χατήρι.

Και τον σταυρώνει ανελλιπώς, πρωί και κάθε μέρα,
κάνει ένα ααχχ ανάλαφρο, και πάει στην καφετιέρα.

Ρίχνει ένα βλέμμα που και που, αφηρημένη πλήρως,
κ΄ εκεί που γράφει σκέφτεται, θα πρέπει να ΄ναι στείρος.

Ο άλλος μέσα τση αλληνής, για χώμα δεν ελπίζει,
ήπιε νερό και χόρτασε, κ΄ αρχίζει να σαπίζει.

Κ΄ ο στείρος εμαράγκιασε, ε ρε τον κακομοίρη,
τον εκρατάει η μυρουδιά, και μένει στο ποτήρι.

Τρεις όμορφες, τρεις χάριτες, και λαμπερές σαν άστρα,
τσι σκέφτηκε ο φίλος μας, βασιλικούς σε γλάστρα.

φωτο: Foodbites.eu