ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΜΑΡΟΥΔΑΣ: Το καλό παιδί

Είναι η ζωή μας άδικη, πολλές φορές τσης, σφάλει,
αν ήταν… κι΄ αν μπορούσαμε, θα ΄χαμε πάει σ΄ άλλη.

Έχει πολλά τα βάσανα, πίκρες, και στεναχώριες,
σε μιά στιγμή, σε κλάσματα, τα χάνεις ότι φόριες.

Χάνεις ανθρώπους ξαφνικά, μαθαίνεις ένα – ένα,
ανθρώπους που βαδίζουνε, παράλληλα με σένα.

Νέος και φτούνος έφυγε, εστέρεψε η ρωνιά του,
θρηνεί για αυτόν το σπίτι του, θρηνεί η γειτονιά του.

Έφυγε ένα καλόπαιδο, έφυγε ένα γκαρσόνι,
ο Παναγιώτης που έζησα, η ζωή του είπε σώνει.

Κ΄ έρχονται τόσες θύμισες, που η σκέψη δεν θα φθείρει,
εγώ τραγούδι έκανα, κι΄ αυτός για να σερβίρει.

Είχε μεράκι στη δουλειά, ριχνότανε με πάθος,
φοβόταν και ο τρόπος του, μην έχει κάνα λάθος.

Ποτέ δεν εξεχώριζε, ο πλούσιος, ή ο μέσος,
στο παλαμάκι που άκουγε, εφώναζε αμέσως.

Στα μπουρμπουάρ, και πάντα του, καλά έλεγε να ΄στε,
που τσου ΄κανε υπόκλιση, και τσου ΄λεγε περάστε.

Ήταν ψυχούλα σπάνια, μα περιφρονημένη,
μεσ΄ το κακό τον κόσμο μας, και τόσο αδικημένη.

Έφυγε τόσο ανέλπιστα, απ΄ ένα αβέβαιο μέλλον,
ίσως εκεί να ΄βρει χαρά, στον τόπο των αγγέλων.

Εκεί θα ΄ναι πιό ήσυχος, θα κάνει τα δικά του,
θα ΄χει ζωή την ξεγνοιασιά, δεν θα ΄χει αφεντικά του.

Το πέρασμά του άφησε, πολλά για να σκεφτούμε,
για φτούνον τον ασήμαντο, να πούμε ευχαριστούμε.