Ο Πέτρος, ο Διονύσης, κι η παρέα

Ω Τζάντε μου πολύπαθο, πως ζεις και ανασαίνεις,
σκουπίδια ολούθε γύρω σου, και τι να περιμένεις.

Αφού σκουπίδια κ΄ οι άνθρωποι, αυτοί που σε βρωμίζουν,
οι καθαροί στο σπίτι τσους, αυτοί που έτσι νομίζουν.

Αυτοί που θέλουν τ΄ άχρηστα, ν΄ απαλαχτούν όπως – όπως,
οι γύφτοι, οι αδιόρθωτοι, και που το λέει ο τρόπος.

Σφάλουν οι ασυνείδητοι, νησί μου και κοντέσα,
το σπίτι τσους… το χώμα σου, και τα πετάνε μέσα.

Μα δεν υπάρχει επίπεδο, και πού να καταλάβουν,
τρέχουν ούλοι τση ανάπτυξης, το πλοίο να προλάβουν.

Υπάρχουν όμως άνθρωποι, καλοί που σ΄ αγαπάνε,
που κάθε αφισοτραύμα σου, κι΄ εφτούνοι το πονάνε.

Που έχουνε φιλότιμο, και σκύβουνε για σένα,
για αυτά που σε λερώνουνε, τα σώματα τα ξένα.

Σκύβουνε και μαζεύουνε, αυτά που ρίχνουν άλλοι,
που θέλει ευθύνη, αισθήματα, και δύναμη μεγάλη.

Πολιτισμό διδάσκουνε, ο Πέτρος κι΄ ο Διονύσης,
κι΄ αν σ΄ αγαπούν μη ντρέπεσαι, δεν θα τσου βασανίσεις.

Δίνουνε το παράδειγμα, σ΄ όλους εμάς που φταίμε,
που σκίζουμε, γκρεμίζουμε, βρωμίζουμε, και καίμε.

Είναι η ομάδα εθελοντών, που νοιάζεται για σένα,
που γίνονται χαμάληδες, για κείνους.. και για μένα.

Που ΄χουν αξία μέσα τσους, κι΄ όλοι ας το σκεφτούμε,
κάτι που εμείς δεν έχουμε, και ούτε θα τη βρούμε.

Μία παρέα εθελοντών, μπροστά κουπί τραβάνε,
κι΄ εμείς πίσω ρυπαίνουμε…, ωραία που περνάμε.