ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΠΗΛΙΚΑ… έφυγες νωρίς

Γνώρισα τόσους στη ζωή, ανθρώπους κι΄ ανθρωπάκια,
άλλους με φόρμα βρώμικη, κι΄ άλλους με λουξ σακάκια.

Άλλους κρύους και άγευστους, με εκτίμηση καμία,
κομπλεξικούς αγέρηδες, που φέρνουν τρικυμία.

Γεμάτη η κοινωνία μας, με δυσοσμίες και όντα.
για αυτούς που βγάζει πρόβλημα, και του στυλού η πόντα.

Δεν γράφω για αχαΐρευτους, δεν γράφω για ζωύφια.
όμως ο νούς μου σκέφτεται, μέχρι και για κοτσύφια.

Υπάρχουν κάποιοι άνθρωποι, χρωματισμοί στη ζήση,
που δεν αφήνει η σκέψη τσους, τη μέρα μας να σβήσει.

Που χαίρεσαι να ΄ναι καλά, τη μπύρα τσους να πίνουν,
να τραγουδούν στο κέφι τσους, γιατί χαρά σου δίνουν.

Που είναι ένα παράδειγμα, με την αγνή ψυχή τσους,
που η λέξη οικογένεια, κι΄ ο νόμος, προσευχή τσους.

Που μόνο τσους αμάρτημα, είναι το καλαμπούρι,
και η μουτζούρα ολημερίς, που τσου κολάει στη μούρη.

Μορφή ανθρώπου ο Πήλικας, με μια καρδιά μεγάλη,
ο Παναγιώτης ο καλός, χωρίς μια σκέψη άλλη.

Λεβέντης στη πορεία του, δίχως καμια κακία,
να φύγει τόσο αθόρυβα, είναι μιά αδικία.

Νωρίς – νωρίς μας άφησες, και είπε να σε πάρει,
φίλε κι εκεί δεν λύγισες, έφυγες παλικάρι.

Άφησες όμως και κενό, κι΄ αλλάξαν οι αποχρώσεις,
φίλε η ζωή σε ζήλευε, και είπε να πληρώσεις.

Όμως τα αχνάρια που άφησες, στο χρόνο δεν θα σβήσουν,
παράδειγμα θα μείνουνε , για μας… για αυτό που ήσουν.