Η θλίψη και η οργή που ξεχειλίζουν


Γράφει η Α. Μαρκεσίνη

Ο ήχος του μηνύματος στο κινητό τάραξε την ησυχία της μεσημεριανής ραστώνης. Φίλοι μας καλούσαν για ένα πικνίκ σε δασάκι δίπλα στη θάλασσα στο Βασιλικό.
Κυριακή πρωί και η ζέστη ασφυκτικός κλοιός που μας έσφιγγε. Ο ενθουσιασμός του γιου μου ήταν η κινητήριος δύναμη, για να ξεκινήσω τις ετοιμασίες. Κουβέρτα, τραπεζομάντιλο, πρόχειρο φαγητό, παγωμένα νερά και φρούτα. Η κίνηση ανυπόφορη. Φτάσαμε, ακολουθώντας τις οδηγίες και παρκάραμε το αμάξι. Φορτωθήκαμε τα πράγματα και προχωρήσαμε στο μικρό μονοπάτι που μας οδήγησε στην παρέα μας. Όλοι ήταν εκεί και είχαν ήδη τακτοποιηθεί. Το τοπίο ήταν ονειρεμένο! Γύρω μας απλωνόταν ένα μικρό δασάκι που κατέληγε στη θάλασσα. Τα κλαδιά των πεύκων μπλεγμένα σχημάτιζαν ένα αδιαπέραστο πλέγμα που και η πιο άτακτη ηλιαχτίδα δυσκολευόταν να βρει διέξοδο. Το χώμα ήταν καλυμμένο από ένα παχύ στρώμα από πευκοβελόνες και οι κουκουνάρες ήταν διάσπαρτες παντού.
Τα παιδιά χίμηξαν προς τη θάλασσα. Ακολούθησαν και οι μεγάλοι. Η θάλασσα ήταν ήρεμη με λεπτό βοτσαλάκι και καταγάλανα νερά, που αναζωογόνησαν το σώμα και πνεύμα μας, διώχνοντας μακριά τις έγνοιες. Το πράσινο του βουνού κατέβαινε γλείφοντας το τιρκουάζ της θάλασσας. Η ματιά μας ημέρεψε και η ψυχή μας γαλήνεψε. Για ώρα πολύ χαρήκαμε τη θάλασσα. Το παιχνίδι μας άνοιξε την όρεξη. Στρωθήκαμε όλοι για φαγητό. Ψωμί, λάδι, ντομάτα, τυρί, άσπρο παγωμένο κρασί. Γεύσεις γνωστές, αλλά σήμερα τόσο αλλιώτικα νόστιμες. Η παρέα χαλάρωνε και το γέλιο έβγαινε αυθόρμητα.
Ζούμε σ’ έναν υπέροχο τόπο με το γαλάζιο και το πράσινο σε έναν αμετροεπή ανταγωνισμό!
Αυτά έγραφα λίγες μέρες πριν από τις καταστροφικές πυρκαγιές. Μετά… αγωνία…. Το παιχνίδι των παιδιών , ο ενθουσιασμός με το κυνήγι καβουριών, η μυρωδιά του κρίνου της θάλασσας, η ανακάλυψη τζιτζικοπουκάμισων στα δέντρα, περίεργων βότσαλων και ξύλων στη θάλασσα φαντάζουν μακρινή ανάμνηση. Μικροί και μεγάλοι στρέφουμε το βλέμμα στο βουνό. Μέρες και νύχτες ατέλειωτες, εστίες διάσπαρτες, φλόγες που ξεπροβάλλουν απειλητικές. Βλέπουμε τα οχήματα της πυροσβεστικής να περνούν βιαστικά, τα ελικόπτερα να σκίζουν τον αέρα. Την ημέρα φαίνονται μόνο οι καπνοί και οι στάχτες που ο άνεμος σκορπά σε όλο το νησί. Το βράδυ, οι φλόγες γίνονται ορατές και σχηματίζουν τεράστια πύρινα τόξα στα βουνά που αφανίζουν τα πάντα στο πέρασμά τους, μεγαλώνοντας την αγανάκτηση και το θυμό μας.
Ο επίγειος παράδεισός μας μετατράπηκε σε «σεληνιακό τοπίο». Το βλέμμα δεν αντέχει να βλέπει το γκρι που γέμισε το καταπράσινο φόντο. Σκέφτομαι το μικρό δασάκι που μας πρόσφερε καλοκαιρινές νότες ξενοιασιάς και ανεμελιάς.
Να ξέφυγε άραγε από την πύρινη λαίλαπα;
Συμφέροντα, μικροπολιτική, αμέλεια, διαστροφή … όποια και αν είναι η αιτία δεν αρκεί. Η θλίψη γιγαντώνεται , η οργή ξεχειλίζει και ένα τεράστιο «γιατί;» επιμένει.