Χωρίς συνείδηση

Καθημερνό μου πέρασμα, και σουβλισία στο μάτι,
πολιτισμός η Μπόχαλη, με πινελιές γιομάτη.

Μ΄ ανθρώπους ευσυνείδητους, και καταξιωμένους,
που τσου ΄χει η ομορφάδα τσης, μ΄ αγάπη ποτισμένους.

Στο έμπα τση πλατείας τσης, αριστερά και μπρός μου,
βγαίνει η ανατριχίλα μου, αλλά κ΄ ο θαυμασμός μου.

Ανατριχίλα η λόγχη του, το σίδερο που εξέχει,
που όποιος πέσει πάνω του, τι τύχη που θα έχει.

Ο θαυμασμός μου κόκκινος, για την αναισθησία,
προεδροδημαρχόκολων, που ΄χασαν την ουσία.

Αμέσως παίρνει ο άνεμος, τα όμορφο – ειπωμένα,
παγίδα τα χαλάσματα, φονιάς τα σκουριασμένα.

Ο νους μου φέρνει πρόσωπα, ανάλογα ξεφτίδια,
που ντύνουνε το κάδρο τσους, τα χόρτα, τα σκουπίδια.

Παίζουν παιχνίδια ολάκερα, με την νοημοσύνη,
άτομα επικίνδυνα, δίχως εμπιστοσύνη.

Και θέτω μια ερώτηση, απέναντι του νόμου,
και κάτι σαν εξήγηση, περαστικού του δρόμου.

Ποιός θεωρείται υπεύθυνος, για αυτό που μας πλουταίνει;
ο δρόμος νερο – τρώγεται, κ΄ η λούμπα όλο βαθαίνει.

Νιώθω ντροπή κ΄ αμήχανα, που με κοιτάζουν ξένοι,
γιατ΄ είμαι εγώ στο φόντο τσους, κ΄ η Ζάκυνθο η καημένη.

Εκεί φαίνεται η διάβρωση, η μπρός κι΄ η πίσω εικόνα,
που θα βρεθούμε θύματα, στη μπόρα του χειμώνα.

Και ζούμε κάτω απ΄ τη σκιά, ανίκανων ανθρώπων,
που τέτοιοι τύποι γίνονται, καταστροφή των τόπων.