“Το παγωτό να είναι καϊμάκι…”

Γράφει η Α. Μαρκεσίνη

Η γυναίκα κάθεται στην παλιά πολυθρόνα, κάτω από την γερασμένη κληματαριά, περικυκλωμένη από ένα πολύχρωμο τσούρμο γάτες. Τους μιλάει και αυτές αποκρίνονται νωχελικά, κουνώντας τις ουρές τους. Περπατάω αργά στο χορταριασμένο μονοπάτι. Με βλέπει από μακριά και μου κουνάει χαρούμενη το χέρι. Καθώς πλησιάζω, οι γάτες απομακρύνονται ενοχλημένες. «Έφερες το παγωτό;» με ρωτάει με λαχτάρα, αφού πρώτα με καλωσορίζει. «Είναι καϊμάκι;» συνεχίζει, ενώ γελάει σα μικρό παιδί. Πρόκειται για την 96 ετών γειτόνισσά μου, χήρα εδώ και πολλά χρόνια, που ζει εντελώς μόνη, χωρίς στενούς συγγενείς. Οι κινήσεις της είναι αργές και το φορτίο των χρόνων είναι βαρύ στους ώμους της, αλλά η σκέψη της είναι λαμπερή και το πνεύμα της καθάριο. Το σπίτι της, ένα παλιό κτίσμα της αρωγής με εξωτερική κουζίνα και μπάνιο, έχει δεχτεί τα αλύπητα χτυπήματα του χρόνου. Τα δέντρα και τα φυτά, άναρχα, έχουν καταλάβει μεγάλο μέρος της αυλής, ενώ δύο τεράστιες συκιές έχουν αγκαλιάσει το κτίσμα. Στο εσωτερικό, επίσης, η σάλα με το ξεθωριασμένο χρώμα, τα δάκρυα υγρασίας στους τοίχους και την παλαιϊκή διακόσμηση είναι πνιγμένη στις ασπρόμαυρες φωτογραφίες.
Κόβω ένα κλαδί από μυρτιά και κάθομαι κοντά της. Πριν από 18 χρόνια χτύπησε απρόσμενα την πόρτα του νεόδμητου σπιτιού μου, μου συστήθηκε κάτω από το έκπληκτο βλέμμα μου και με καλωσόρισε στη γειτονιά, χαρίζοντάς μου μια μικρή εικόνα. Από τότε, άλλοτε συχνά άλλοτε αραιά, δέχεται τις επισκέψεις μου, καθώς γι’ αυτήν δεν είναι εύκολες πλέον οι μετακινήσεις.
Με κρατάει τρυφερά από το μπράτσο, μου διηγείται ιστορίες από τη ζωή της και εγώ αφήνομαι να παρασυρθώ από αυτό το ταξίδι στο παρελθόν της. Τις περισσότερες φορές εμπλουτίζει την αφήγησή της με φωτογραφίες από τα άλμπουμ που έχει πάντα κοντά της. Δεν ευτύχησε σε κανέναν από τους δύο γάμους της να κάνει παιδιά, όπως η ίδια λέει. Με τον πρώτο σύζυγό της έζησε μια έντονη ζωή, ενώ στο δεύτερο βρήκε ένα απάνεμο λιμάνι.
«Στα νιάτα μου υπήρξα καλλονή» μου λέει με καμάρι και εγώ συμφωνώ, γελώντας.
Μία φορά την εβδομάδα την επισκέπτονται «τα κορίτσια» του «Βοήθεια στο σπίτι» από το δήμο. Τα ψώνια της με τα απολύτως απαραίτητα τα κάνει τηλεφωνικά σε κοντινό μίνι μάρκετ. Πρέπει να συντηρηθεί με την αγροτική σύνταξη των 300 ευρώ και αγωνιά στις αρχές κάθε μήνα, καθώς περιμένει τον ταχυδρόμο να καταφτάσει. Καθημερινή της ασχολία είναι η προετοιμασία του φαγητού της, το οποίο επιμελείται σχολαστικά, τηρώντας τις νηστείες της εβδομάδας κάθε Τετάρτη και Παρασκευή. Τακτικά, περνάει ένας γείτονας να δει αν είναι καλά και να κάνει κάποιες αγγαρείες. Τις νύξεις μου για το τι θα γίνει αν αρρωστήσει ή για το γηροκομείο τις αντέκρουσε σθεναρά στο παρελθόν και δεν αναφέρθηκα ξανά σ’ αυτό το θέμα, σεβόμενη το δικαίωμα του αυτοπροσδιορισμού της.
«Πρέπει να φύγω» της λέω. Μου σφίγγει το μπράτσο και με παροτρύνει να κόψω σταφύλια από την περγουλιά, επιδιώκοντας έτσι να παρατείνει την παραμονή μου κοντά της… Την κοιτάζω στα μάτια που φευγαλέα σκιάζονται από το δυσβάσταχτο φορτίο της μοναξιάς. Καθώς απομακρύνομαι, μου φωνάζει: «Να έρθεις σύντομα και… μην ξεχάσεις το παγωτό να είναι καϊμάκι!»