ΖΑΚΥΝΘΟΣ | Δ. Κονιτόπουλου… «ΟΡΑΝ» | Με επιτυχία η βιβλιοπαρουσίαση… (φωτο)

Με μεγάλη επιτυχία πραγματοποιήθηκε η παρουσίαση του βιβλίου του προέδρου της Ένωσης Ζακυνθίων Αθήνας Διονύση Κονιτόπουλου με τίτλο «ΟΡΑΝ – Το όνειρο της Ορτένσια πέρα από την Κούβα του Φιντέλ Κάστρο».
Στην εκδήλωση που έντυσε μουσικά στο πιάνο ο Διονύσης Τουρκάκης και πραγματοποιήθηκε στο cafe «Κόκκινος Βράχος», ομιλητές ήταν οι κ.κ. Μαρία Ρουκανά, Μαρία Σιδηροκαστρίτη, και Ιάκωβος Κονιτόπουλος. Συντονιστής ήταν ο εκδότης και διευθυντής των εκδόσεων «Περίπλους» Διονύσης Βίτσος, ενώ ο συγγραφέας έκλεισε την παρουσίαση με ευχαριστίες.

Πρώτη δεκαετία του 2000. Η Κούβα του Φιντέλ Κάστρο, αλλά και στην εξελιγμένη Κίνα.
Η γνωριμία αυτών των πολυσυζητημένων χωρών, αλλά και ο διάλογος με τους ανθρώπους τους, δίνουν στον συγγραφέα τη δυνατότητα να προσεγγίσει, να εκτιμήσει και να αξιολογήσει τον κοινωνικό και το οικονομικό πλαίσιο της διαβίωσής τους, το επίπεδο της καθημερινής ζωής, την κουλτούρα, τον πολιτισμό, την ιστορία.
Όλο αυτό δίνεται μέσα από μια ανθρώπινη ερωτική, νουβέλα, της οποίας οι παράμετροι, άλλες είναι αληθινές κι άλλες στη σφαίρα της φαντασίας.
Έτσι, μέσα από ένα σύγχρονο ιστορικό μυθιστόρημα ο αναγνώστης γίνεται άμεσα κι ευχάριστα κοινωνός αυτών των δύο σχεδόν μυθικών κόσμων της εποχής μας.

Απόσπασμα από το βιβλίο:
Η Ορτένσια, με το χαριτωμένο της χαμόγελο, αντιπαρήλθε την ερώτηση και πέρασε στην αντεπίθεση. «Εσύ πόσο ευτυχισμένος είσαι; Έχεις πολύ περισσότερα χρήματα από εμένα, κάνεις ταξίδια. Έχεις γνωρίσει πολλές γυναίκες. Είσαι όμως πραγματικά ευτυχισμένος; Είστε στην πατρίδα σου ευτυχισμένοι; Έχετε πετύχει να ζείτε πιο καλά από εμάς; Εμείς, όπως θα δεις, είμαστε ελεύθεροι. Είμαστε υπερήφανοι. Οι γυναίκες είμαστε χειραφετημένες. Τρέχουμε στους δρόμους μας, τραγουδάμε τα τραγούδια μας, χορεύουμε, ερωτευόμαστε ελεύθερα, το ίδιο και οι άνδρες. Διώξαμε τους Αμερικανούς, τους εκμεταλλευτές μας, και παλεύουμε να φτιάξουμε τη ζωή μας όπως μας αρέσει, όπως ταιριάζει στον κουβανικό λαό, όπως ταιριάζει στην περηφάνια μας, στη δυναμική μας, στη μόνιμη ερωτική μας διάθεση».

Ο Ανδρέας, όπως παρακολουθούσε την Ορτένσια να μιλάει, ένιωθε την παράξενη γοητεία που εξέπεμπε η Κουβανή. Μιλούσε με πάθος για τους ανθρώπους, για την Κούβα, για τους συνεχείς σκληρούς αγώνες ενός λαού που πραγματικά θέλει και μπορεί να ζει χωρίς χαλιναγώγηση, να κρατάει μακριά λαούς που θα μπορούσαν, κάτω από διαφορετικές συνθήκες, να είχαν μετατρέψει την Κούβα σε προτεκτοράτο τους. Έβλεπε μαγνητισμένος το γλυκό πρόσωπό της που έλαμπε και κατάλαβε ότι είχε σαστίσει και δεν μπορούσε να παρέμβει στον μονόλογό της.

Εκείνη τη στιγμή πέρασαν από μπροστά τους η Λουίζα και ο Αρτούρο, δύο νεαρά παιδιά που δούλευαν στο ξενοδοχείο. Είχαν τελειώσει τη βάρδια τους και έφευγαν. Ο Ανδρέας τούς είχε γνωρίσει μία ημέρα πριν βρεθεί με την Κουβανή. Ο Αρτούρο τού έφερε τον καφέ που είχε παραγγείλει στο μπαρ του ξενοδοχείου και η Λουίζα καθάριζε το δωμάτιό του όταν γύρισε από το πρωινό. Είχε μιλήσει λίγο μαζί τους. Γνωρίζονταν με την Ορτένσια πολύ καλά, όπως αποδείχθηκε στη συνέχεια. Υπήρχε οικογενειακή γνωριμία. Τους χαιρέτησαν. Ο Ανδρέας σηκώθηκε και τους προσκάλεσε στην παρέα τους για να τους κεράσει ένα ποτό. Τα δυο παιδιά, βλέποντας και την Ορτένσια, δεν δίστασαν να καθίσουν μαζί τους. Ο Ανδρέας τούς παρακάλεσε να παραγγείλουν ό,τι ήθελαν. Με ευχαρίστηση πήραν ένα ποτήρι ρούμι. «Γεια σου, Ορτένσια», είπαν στη γλώσσα τους και άρχισαν να συζητάνε για τις αμοιβές που παρέμεναν το ίδιο χαμηλές με τις περσινές και τις προπερσινές, όπως εξήγησαν στον Ανδρέα. Ο λόγος που απηύθυναν στην Ορτένσια ήταν έντονος, λες και αυτή έπρεπε να απολογηθεί. Εκείνη απάντησε, στα αγγλικά, ότι θα μιλούσαν γι’ αυτό το θέμα άλλη φορά. Όταν θα ήταν κατάλληλος ο χρόνος και θα μπορούσαν μιλήσουν γι’ αυτά. Ήταν φανερό ότι δεν ήθελε να γίνεται μια τέτοια συζήτηση εκεί. Όμως τα δύο παιδιά έδειχναν ότι δεν είχαν πρόβλημα να συζητήσουν μπροστά σ’ έναν ξένο. Αντίθετα, έδειξαν πως επιδίωξαν τη συνάντηση γι΄ αυτόν τον σκοπό. Είχαν φαίνεται τον λόγο τους.

ΦΩΤΟ: Μ. Ρουκανά-Αμπελά