Δ. ΜΟΥΣΟΥΡΑ… ένα αστέρι

Στον Ουρανό τση Ζάκυνθος, φωτίζει αυτό τ΄ αστέρι,
είναι ψηλά, τόσο ψηλά, που ζει και σ΄ άλλα μέρη.

Τα βλέπει όλα από κει, τη γη σαν πετραδάκι,
σαν τση γατζίας τον ανθό, που μύριζε παιδάκι.

Δεν ξεχωρίζει ωκεανούς, δεν βλέπει δύο πατρίδες,
ένας ο ήλιος που θα βγεί, ίδιες οι ηλιακτίδες.

Ίδια είναι τα σχήματα στον Ουρανό το βράδυ,
ίδια στη γη του ευκάλυπτου, ίδια και στο πηγάδι.

Μία μπουκιά ο κόσμος τσης, στη χούφτα τσης λες κ΄ είναι,
στη γη τσης και τα όνειρα, δεν λησμονάει κανείνε.

Στο νου.. η σταγόνα θάλασσας, που ΄πεφτε απ΄ τα μαλλιά τσης,
όταν αφρός και κύματα, ήταν στην αγκαλιά τσης.

Όταν κυλούσε στην ποδιά, η ρόγα το σταφύλι,
τότε που όλα μίλαγαν, τραγούδι ήταν στα χείλη.

Τα Καλοκαίρια του μπουχού, την τόκα να μη γκώνει,
στα αλώνια τα Φεγγάρια τσης, με τη λαλιά του γκιώνη.

Κι΄ οι μυρουδιές με τη δροσιά, του νοτισμένου χόρτου,
τση βόλτας τα σκιρτήματα, στη σιγαλιά του πόρτου.

Μετά την πήρε η θάλασσα, φουρτούνα κι΄ ο καημός τσης,
είχε βροχή τα δάκρυα, ο αποχωρισμός τσης.

Κ΄ όμως το άστρο εκεί ψηλά, δεν βλέπει δυο πατρίδες,
κι΄ ας ήταν τριαντάφυλλο, και τώρα με ρυτίδες.

Το βλέπουν κτίρια γίγαντες, μεγάλοι λεωφόροι,
σαρτζάδα, Κάστρο, Μπόχαλη, κοντή, και τ΄ ανηφόρι.

Το ίδιο αντικρίζουνε, λαοι, βουνά και κάμποι,
εκεί δεν έχει απόσταση, στην ίδια νύχτα λάμπει.

Θα μείνει αστέρι φωτεινό, όπου κι ΄αν κατοικήσει,
Μελβούρνη, Τζάντε, κάναλη, ή στη παλιά τη βρύση.