Μια στάση στη λεύκα παρακαλώ….

Γράφει η Α. Μαρκεσίνη

Ήταν το σημείο αναφοράς μας, το στίγμα μας, όταν εξηγούσαμε σε κάποιον που ερχόταν στο χωριό πως να μας βρει. Η αιωνόβια λεύκα, ακμαία, ρωμαλέα, όμορφη , αγέρωχη, δέσποζε μπροστά από το σπίτι μας. Είχε φυτευτεί από τον παππού του πατέρα μου.
Τα κλαδιά της αγκάλιαζαν προστατευτικά το σπίτι μας, σαν τοξωτό γεφύρι, περνούσαν το δρόμο και σκίαζαν το απέναντι οικόπεδο. Οι δυνατές της ρίζες είχαν σπάσει σε πολλά σημεία την τσιμεντένια μας αυλή, περνούσαν διψασμένες μέσα από το πηγάδι και έφταναν δεκάδες μέτρα μακριά. Τρεις ενήλικες δεν έφταναν για να την αγκαλιάσουν!
Το φθινόπωρο και το χειμώνα αγόγγυστα σκουπίζαμε τα αμέτρητα, ξερά φύλλα της. Την άνοιξη μας έπνιγε το χνούδι του άνθους της. Το καλοκαίρι μας αποζημίωνε με τη σκιά της, τη δροσιά της και το απαλό θρόισμα των φύλλων της. Αμέτρητα βράδια μας κρατούσε συντροφιά. Το θρόισμά της συνόδευε τα παραμύθια των παιδικών μας χρόνων με τα φαντάσματα, τις μάγισσες, τους πρίγκιπες, τις ρομαντικές ιστορίες των εφηβικών μας σκιρτημάτων. Κάτω από τη λεύκα ένα μικρό πέτρινο πεζούλι, χώρος συνάντησης των μεγαλύτερων σε ηλικία, κατά τα καλοκαιρινά απογεύματα.
Τα σχέδια διαπλάτυνσης του δρόμου μετά από χρόνια μελετών, ξεχασμένων στα συρτάρια, μπήκαν σε εφαρμογή. Η λεύκα έπρεπε να κοπεί. Πρόοδος, εξέλιξη, εκσυγχρονισμός, αξιοποίηση, επωφελή έργα, οικονομική και κοινωνική ανάπτυξη… λέξεις, βαρύγδουπες, χιλιοειπωμένες αλλά και αμφίσημες.
Το συνεργείο κοπής, όταν τελικά κατέφθασε, μας βρήκε απροετοίμαστους. Λογική και παρόρμηση σε μια άηχη μάχη. Η στιγμή αμήχανη, οι ματιές γεμάτες ερωτηματικά. Η δουλειά ξεκίνησε με εντατικούς ρυθμούς. Πρώτα κόπηκαν τα μικρότερα κλαδιά, ξεγυμνώνοντας το βασικό κορμό. Το έργο αποπερατώθηκε… Το δέντρο που μεγάλωνε καθώς μεγαλώναμε, που στο κορμό του χαράζαμε επίμονα τα αρχικά των ονομάτων μας και αήττητο επούλωνε τις πληγές του βγάζοντάς μας κοροϊδευτικά τη γλώσσα, κείτονταν απογυμνωμένο στο διπλανό χωράφι. Ο «γίγαντας» πεσμένος , νικημένος, γεμάτος χαίνουσες πληγές.
Ένα κομμάτι της μικρής οικογενειακής μας ιστορίας χάθηκε και μαζί του χάθηκε ένας από τους κρίκους που ένωνε τους παππούδες με τα εγγόνια.
Όταν περνώ από κει δεν αποστρέφω το βλέμμα όμως αρνούμαι να δω το τοπίο που ασκήμυνε…
Έτσι, κάθε φορά που παίρνω το λεωφορείο της γραμμής, για να πάω στο σπίτι μου, εξακολουθώ, όπως άλλοτε, τότε που ήμουν ακόμα μαθήτρια, να λέω στον οδηγό: «Μια στάση στη λεύκα παρακαλώ» και αυτός ξέρει που να σταματήσει!