Το κρυολόγημα

Εκρύωσα γαμωτο μου, μετά απ΄ τσι φωτίες,
είχα ζεστάνει ολόκληρος, κ΄ άρχισα τσι βουτίες.

Πρώτη φορά στη θάλασσα, για φέτος σημειώστε,
και ξέρω μπάνιο.. δέλφινας, το λέω μη με μειώστε.

Εμπήκα μέσα, εβράχικα, τσουρούφλιζε η λιακάδα,
μ΄ άμέσως μόλις βούτιξα, ένιωσα τη ψυχράδα.

Μετά ψιλοσυνήθησα, συνήλθα, επήρα θάρρος,
και τον ξερόνε έκανα, και ας διαθέτω βάρος.

Εβγήκα σαν τον άδωνι, κι΄ ολίγον τι σφιγμένος,
για εφτούνα τα κορδώματα, είμουνα γεννημένος.

Ηρθε το πρώτο φτέρνισμα, παρέα με το γείτσες,
ένιωσα κ΄ ένα τρέμουλο, και στο κορμί καρφίτσες.

Το άρπαξα εσκέφτηκα, και ήρθε μεσ΄ την ώρα,
τώρα που σκάει ο τζίτζικας, και βράζει ούλη η χώρα.

Θα φταίνε τα βροχόνερα, η ανακατοσούρα,
κ΄ εφτούνη που με πάγωσε, του πάτου η θολούρα.

Μη μπερδευτείτε φίλοι μου, μ΄ αφρούς και με φουσκάλες,
λέω απο κείνα που΄ βρεξε, κ΄ έριξε τσι προάλλες.

Τα άλλα είναι κάτουρα, που΄ θε ΄ρχονται δεν ξέρω,
το κρύωμα εξελίσσεται, μα θα τα καταφέρω.

Και ίδρωμα ξεϊδρωμα, κι΄ αψιού και γκου΄χου γκου΄χου,
ρονιά και τα ρουθούνια μου, θα τα κολλήσω με ούχου.

Εε ρε καλοκαιριάτικα, τι έπαθα ο καημένος,
στη μύτη να΄με κάνουλα, και στο λαιμό βρασμένος.

Με διάλυσε το άτοιμο, είμαι για το φαράσι,
με είδε άγιο άνθρωπο, κ΄ είπε να με κολάσει.

Επίσκεψη το κρύωμα μου ΄καμε καλοκαίρι,
με ακινητοποίησε, με ΄χει κ΄ αυτό στο χέρι.

φωτο: Clipart-Panda