Και το ‘λεγε η ταμπέλα

Το δάσος προστατέψετε, εγράφανε οι ταμπέλες,
κ΄ εμείς στο νου μας φέρναμε, στην αμμουδιά τσι ομπρέλες.

Αν τσι ΄χουνε με τον καφέ, ή τσι πληρώνεις έξτρα,
θα σώνουνε τα κέρματα, ζωή κακούργα φταίχτρα;

Φαινόταν με πειράγματα, κ΄ η αγάπη μεταξύ μας,
μενού λες και διαβάζαμε, κ΄ άνοιγε η όρεξή μας.

Μακαρονάδα κόκορα, ψαράκι, ή κουνέλι,
το μάτι πέφτει απάνου τσης, και βλέπει ότι θέλει.

Τι λέει η ταμπέλα.. αδιάφορο, αφού καλά περνάμε,
χαμένη η λέξη κίνδυνος, μα.. απόλαυση κερνάμε.

Γέλια, χαρές και διάθεση, κ΄ η πείνα πως θα σβήσει;
νεράκι λέει ο έξυπνος, και θα χορτάστε φύση.

Όλα.. χα χα και ανεμελιά, στην εκδρομή τση μέρας,
τα πόδια στο παράθυρο, κι ο καθαρός αέρας.

Η σκέψη μας ανύπαρκτη, στα αζήτητα κ΄ η ευθύνη,
κ΄ αν δεν υπάρχει το μυαλό.. τύφλα μας κατευθύνει.

Είμαστε ούλοι ανεύθυνοι, μ΄ ένα στριφτό τσιγάρο,
απρόσεχτοι, και σύμμαχοι, με τη φωτιά το χάρο.

Μία ταμπέλα που ΄ναι εκεί, ζητάει τη προσοχή μας,
για να ΄ναι ίδια, κ΄ όμορφα, το τέλος κ΄ η αρχή μας.

Πονάει η απροσεξία μας, το λάθος καταστρέφει,
φωτιά, καπνός και κόλαση, και το μυαλό επιστρέφει.

Να ήταν το τσιγάρο μας; καίει η ερώτησή μας,
και μέσα από τη στάχτη μας, ξυπνάει η συνείδησή μας.

Είμαστε εμείς οι υπαίτιοι, ή οι εμπρηστές κακούργοι;
κάποιοι χαμένοι κ΄ άψυχοι, και στο μυαλό πανούργοι.

Πάντα αυτή η ερώτηση, μέσα μας θα μας καίει,
λεηλατήθηκε η γη, κι΄ εμείς οι λησταρχαίοι.