Ποιος φταίει αλήθεια;

Εσχόλασα απ΄ τη δουλειά, και ζέστη να ψοφήσω,
θέλω να φύγω να κρυφτώ, μύγα μην απαντήσω.

Δεν θέλω πια πολιτισμό, μου φταίει ο θόρυβός του,
και ο ρυθμός που μ΄ έσκασε, αυτός ο παλαβός του.

Ο τουρισμός σε έξαρση, χαμός μέσα Ιούλη,
κ΄ εμείς με το λιγότερο, σκυφτοί όπως οι δούλοι.

Η μέρα μου τελείωσε, εσχόλασα επιτέλους,
είπα γιατί μ΄ ανάγκασαν, και διάβολους τσ΄ αγγέλους.

Σ΄ αυτό που με παγίδευσαν, ως τώρα έχω κρατήσει,
έν΄ άγχος και μια πίεση, έχω κληρονομήσει.

Παράδεισος η αυλούλα μου, κι΄ εκεί ούλα τα κρύβω,
στον ίσκιο, στη δροσούλα τσης, ξαπλάρω… εκεί δεν σκύβω.

Τα βλέπω ούλα μακριά, τίποτα δεν μ΄ αγγίζει,
ούτε και το ημερόπλοιο, τη θάλασσα που σκίζει.

Βλέπω φουντώνει το βουνό, αλλά το ίδιο κάνει,
όπως σε μία συμπλοκή, εκειός που θα πεθάνει.

Καίγεται ούλος ο Σκοπός, απόψε θα ΄χει θέμα,
όπως ο δρόμος των τρελών, που βάφτηκε με αίμα.

Κι΄ εγω εκεί σαν θεατής, μ΄ απάθεια που με σκιάζει,
και ένα απ΄ τα παράξενα, σε με… που δεν με νοιάζει.

Ποιός φταίει αλήθεια για όλα αυτά, εδω που μ΄ έχει φέρει;
να μη πονάω μια σταλιά, το έχει καταφέρει.

Να καίγεται ο τόπος μου, αίμα κ΄ αλκοόλ φτιαγμένα,
εγώ σε μία ανέχεια, και ούλα τσου νοθευμένα.

Δεν έχω την απάντηση, μα βόσκει η απειλή μου,
μέχρι να μάθω απόλυτα, κρύβομαι στην αυλή μου.

Εκεί είναι για μένανε, κανείς δεν με πειράζει,
κι΄ αν νιώσω συναισθήματα, τίποτα δεν αλλάζει.