O Σκοπός φουμάρει

Προχθές καλά καθούμενα, επήρα στεναχώρια,
φωτιά, καιγόταν ο Σκοπός, να βλέπω δεν εμπόρια.

Την τούρλα δεν την έβλεπα, κυρά Σκοπιώτισσά μου,
αλήτες θα τη βάλανε, πνίξε τσου θάλασσά μου.

Κοιμόμουνα ο άμοιρος, στη σάλα στο ντιβάνι,
προς τη μεριά του πόρτεγου, λίγο δροσιά που βγάνει.

Θαμπό ήρθε και τ΄όνειρο, λες μέσα σε καπνούρα,
τον ύπνο μου συνόδευε, ζαλάδα και σκοτούρα.

Ήρθε τρεχάλα ένα παιδί, που βρέθηκε δεν ξέρω,
με σκούντηξε, με τράβηξε, και μου ΄πε ξύπνα γέρο.

Μπάρμπα ακούς; έλα να δεις, σήκω κάμου τη χάρη,
δεν το ξανάδα ετούτο δω, κοίτα ο Σκοπός φουμάρει.

Είδα καπνό στη λαγκαδιά, κοίταγα.. τα ΄χα χάσει,
που να τσου πάρει ο διάολος, θα κάψουνε τ΄ Αργάσι.

Είχα καιρό να δω καπνό, καμένο να μυρίσω,
και τώρα που καπνίστηκα, δεν ξέρω ποιόν να βρίσω.

Βουή, βουή την άκουσα, ερχόταν αεροπλάνα,
ο φούφουτος την έβαλε, τώρα βοήθα μάνα.

Βουτάγανε και σβήνανε, και πάλι με βορτούλα,
κοίτα να δεις εσκέφτηκα, το κράτος στα ΄χει ούλα.

Αισθάνομαι πιό ασφαλής, τώρα κ΄ ας μου γυρεύει,
σκύβει πάνω στο πρόβλημα, και δεν με κοροϊδεύει.

Προλάβανε, τη σβήσανε, σταμάτησα τα πάσα,
μετά από ώρα τρέμουλο, πήρα βαθιά ανάσα.

Το ξύπνημα τ΄ απότομο, μου ΄καμε αναγούλα,
και με΄ καμε ότι έφαγα, να τα ξεράσω ούλα.

Σκοπός, όγκος αγέρωχος, παντού τραυματισμένος,
με τούρλα, με Σκοπιώτισσα, μα και καρβουνιασμένος.