‘Ενας χρόνος χωρίς τον αδερφό μου Νίκο

Γράφει η Μαίρη Μεγαδούκα

Αντί οποιασδήποτε άλλης αναφοράς για τον αδερφό μου Νίκο πού δεν είναι πια κοντά μας, παραθέτω απόσπασμα από το βιβλίο μου,-που γράφω ακόμα-:
«Η ΖΑΚΥΝΘΟΣ ΠΟΥ ΘΥΜΑΜΑΙ-Η παλιά μου γειτονιά στην οδό Αρτέμιδος» από το κεφάλαιο Ο ΑΔΕΡΦΟΣ ΜΟΥ.

Ο αδερφός μου
Έχω κι έναν αδερφό, τον Νίκο, που γεννήθηκε τσι 14 Νοεμβρίου του 1958. Έτσι μου ’πανε. Εγώ, δεν ήμουνα εκεί για να ξέρω αν μου είπανε την αλήθεια. Τόνε ξεγέννησε ο Μοθωναίος ο γιατρός, μαζί με την Κατινούλα την Παρπαρία, τη μαμή. Τρεις μέρες εκοιλοπόναε η μάνα μας, αλλά εκειό το γλυκιάρικο δεν ήθελε να έβγει. Τόνε βγάλανε τελικά με τσι κουτάλες, το δε κεφάλι του ήτανε σαν πεπόνι «αργείτικο». Μου είπανε πως μόλις τον αντίκρισε ο πατέρας μας, έβγαλε μια κραυγή απογοήτευσης, σαν να τσου έλεγε να το πνίξουνε το παιδί, προτού βγει στη κοινωνία και αρχινίσουνε να το κοροϊδεύουνε. Όχι, τίποτα άλλο, αλλά και για την καλομοίρα τη μάνα, που θα έπρεπε να δικαιολογηθεί και να αποδείξει ότι το παιδί είναι δικό τους κι όχι κανενός γυρολόγου από το ‘Άργος!
Ε, μετά εμεγάλωσε και γίνηκε άνθρωπος. Λέμε τώρα!
Όταν ο αδερφός μου ήτανε μικρός, από τσι φωτογραφίες που βλέπω, ήτανε ένα όμορφο παιδάκι. Για καλό, δε θα το ‘λεγα.
Τώρα το καταλαβαίνω, γιατί έφτυνε η μάνα μου το κόρφο τση, όταν τση λέγανε στο σκολειό, πόσο καλό παιδάκι ήτανε ο αδερφός μου!
Απ’ όταν εγίνηκε ενός έτους, τον άφηνε η μάνα στην Αθηνούλα τη μοδίστρα, θεγατέρα του Μπαμπαγιάννη του Καραμαλίκη, που εμένανε απέναντι μας.
Εκείνη είτε τον άφηνε κι έπαιζε με τσι ροκέλες, τσι οποίες στο τέλος τσι εμπέρδευε και τσι έκανε ένα κουβάρι, είτε τον έβανε στη σελέτα, που είχε αποκατου τση ένα κατρουγυαλάκι τσίγκινο και τον έδενε με μία φασκιά.
Εκειος δε μόλις την έβλεπε να κρατάει το ψαλίδι για να κόψει κανένα ύφασμα τση φώναζε:- «Ατούα μου, το πιλίλι σου», που σημαίνει «Αθηνούλα μου το ψαλίδι σου».
Θυμάμαι από διηγήσεις τση μάνας, ότι μία Μεγάλη Παρασκευή κι ενώ είχαμε κατέβει να δούμε τη περιφορά του Σταυρού το μεσημέρι, εκειός εξέφυγε από την προσοχή των γονέων μας – πρέπει να ‘τανε 10 χρονώνε – κι έτρεχε μαζί με τ΄άλλα τα παιδία, από τη Πλατεία Σολωμού μέχρι τη Πλατεία του Αγίου Μάρκου. Πάνου – κάτου.
Η μάνα τον έψαχνε μέσα στο κόσμο και την ώρα που τον έβρηκε- ο Νίκος εφόριε ένα κουστούμι γκρι με ρίγες, με κοντό παντελόνι, που του το ‘χε φτιάξει η Ματίνα η Κορωνιώσσα – έσκυψε να του πιάσει το χέρι, αλλά εκειός ετραβήχτηκε κι έτσι τον έπιασε απ’ όπου έβρηκε.
Και που έντεσε το χέρι τση;
Στο φιλέτο του σακακιού, που από τη τραβηξία που του ‘δωσε η μάνα, εξεντερίστηκε και ήτανε για πέταμα.
Αρχίνισε να τόνε τραβομαλλάει και στο τέλος τόνε «χειροτόνησε αρχιμανδρίτη».
[…]
Ο αδερφός μου ετελείωσε το Νηπιαγωγείο και το 4ο Δημοτικό Σχολείο – όπως κι εγώ – που ακόμα και σήμερα βρίσκεται στο Μακρύο Καντούνι.
Είχε πολλούς συμμαθητές και φίλους, όπως το Στάθη το Χαϊκάλη από του Ατσαλή στα Καμίνια, το Λάμπρο τον Καπνίση, που η μάνα του ήτανε ράφτρα, ο δε πατέρας του εδούλευε στον ΟΤΕ, το Βασίλη το Χριστοδουλόπουλο ή Νια, το Μπάμπη το Ξανθό κι άλλους που δεν τσου θυμάμαι.
Είχε και πολλές συμμαθήτριες και φίλες. Όχι φιλενάδες. Από το νηπιαγωγείο είχε τη Αθηνά τη Κουρτέση, την Αλίνα, τη θεγατέρα τση Νίτσας τση Τετράδαινας και του Πάκη του Ποταμίτη ή Μαυρατζά, φίλου του πατέρα και παλιού προσκόπου, τη Στέλλα τη Γκλαβά, τη Μαρία τη Ρουμαντζά, τη Μαρία τη Γκέλμπεση, την Τασία τη Μπάστα,την Ιουλία Κορφιάτη τη κόρη τση δασκαλας μου τση Βιβής και άλλες.
[…]


Νηπιαγωγείο 1964, θεατρικό.
Από αριστερά: Τάκης Λάτας, Διονύσης Τσαγκρής, Νίκος Μεγαδούκας, Αθηνά Κουρτέση και Κώστας Σκορδούλης.

Όταν ήτανε στην έκτη του Δημοτικού, το Σχολείο μας επαρουσίασε, στο τέλος της σχολικής χρονιάς, ένα θεατρικό έργο στο Πνευματικό Κέντρο στη Πλατεία Σολωμού, στο οποίο έπαιζε κι ο αδερφός μου και σε κάποια πράξη έπρεπε να εμφανιστεί στη σκηνή με τα σώβρακα και με ένα πιστόλι στο χέρι.
Ειδοποιήσαμε το πατέρα στη Πάτρα να αγοράσει ένα πιστόλι, το οποίο να μοιάζει όσο γίνεται με αληθινό. Ο πατέρας έκανε ό,τι καλύτερο μπορούσε, αλλά ο Νίκος ήθελε ένα όπλο κάτι σαν τού Τζέημς Μποντ και εκειό που του έφερε δεν του άρεσε.
Στο ακροατήριο την ώρα τση παράστασης, ήτανε ούλες οι αρχές του τόπου, οι δασκάλοι μας, οι γονέοι των μαθητών και φυσικά κι οι δικοί μας οι γονέοι, που θέλανε να καμαρώσουμε το καλόπαιδο τους…
Βγαίνει, λοιπόν, στην επίμαχη σκηνή ο αδερφός μου με πιτζάμες τελικά (και όχι με τα σώβρακα) και με το πιστόλι στο χέρι – καθώς έπρεπε να σκοτώσει τη γυναίκα του… – πατεί τη σκανδάλη, αλλά το πιστόλι δεν εσμπαράρισε. Πατεί δεύτερη φορά τη σκανδάλη, αλλά και πάλι το πιστόλι τίποτα. Είχε πάθει αφλογιστία.
Ο αδερφός μου ήτανε «φου κι΄αφιάμι».
Και ο αθεόφοβος γυρίζει προς το κοινό, ψάχνει τον πατέρα και του λέει με θυμό:-«Εσύ φταις»!
Δε χρειάζεται να περιγράψω τι εγίνηκε…
Όταν ο αδερφός μου επέρασε στο Γυμνάσιο (σ.σ. μιλάμε για το εξατάξιο Γυμνάσιο) Γυμνασιάρχης ήτανε ο Μαρίνος Αβούρης.
Μία μέρα πού τσου είχανε πάει ημερήσια εκδρομή στο Κρυονέρι, ο Νίκος, μαζί με το Σπύρο τον Τζαμαρία, το Νίκο τον Δακουρό και κάποιον Κορομάντζο, που ο πατέρας του ήτανε στην Νομαρχία, ανεβήκανε απάνου από τη Κρυονεριώτισσα, στο Φάρο κι αρχινίσανε να καπνίζουνε.
Προφανώς οι καθηγητές καταλάβανε πως τα καλόπαιδα είχανε ξεκόψει από τ’ αλλά τα παιδία, αρχίσανε να τσου ψάχνουνε κι έτσι ξαφνικά είδανε μπροστά τους, φάντη μπαστούνι, μία καθηγήτρια, την Πόπη την Ποταμίτη.
Οι μεγαλύτεροι επροκάμανε και σβήσανε τα τσιγάρα και έτσι η Ποταμίτη δεν τσου κατάλαβε, αλλά εκειός ο παρμένος ο αδερφός μου δεν επρόλαβε, καθώς φαίνεται πως το απολάμβανε! Τώρα; Εκάλεσε τη μάνα, ο Αβούρης ο Γυμνασιάρχης, ο οποίος ήτανε φίλος του πατέρα, τση εξιστόρησε τα γεγονότα, αλλά φάνηκε πως δεν είχε διάθεση ο άνθρωπος να επιβάλει στον Νίκο την «εσχάτη των ποινών», δηλαδή την αποβολή από το σχολειό. Μία επίπληξη, βέβαια, δεν θα έβλαπτε… Η μάνα εκόντεψε να κορπάρει από τη στενοχώρια τση.
Ο Αβούρης, ωστόσο, όφειλε να συγκαλέσει το συμβούλιο των καθηγητών, στο οποίο ο αδερφος μου είχε «μέσον». Κι έτσι τη σκαπούλαρε…
[…]
Ο Νίκος εμάθαινε ακορντεόν, με δάσκαλο τον Αντώνη το Γιατρά, ο οποίος είχε παντρευτεί τη θεγατέρα του παπά – Πέττα, τα δε Χριστούγεννα και την Πρωτοχρονιά «έβγαινε» μαζί με άλλους «μουζικάντηδες» κι ελέγανε τα κάλαντα. Ο αδερφός μου επήγαινε και τσου προσκόπους για ένα μεγάλο διάστημα
[…]
Τα καλοκαίρια του Γυμνασίου, ο αδερφός μου έκανε φροντιστήρια προετοιμασίας για την επόμενη σχολική χρονιά, με τον Νίκο τον Κοντονή, το δάσκαλο, το γιο του παπά- Κουμπούρα, που δυστυχώς «έφυγε» κι αυτός νωρίς από τη ζωή, το Δεκέμβρη του 2012.
Ο δάσκαλος ήτανε παντρεμένος με την Αννούλα, τη θεγατέρα τση Ανδριάνας του Μαυρογένη κι εκάμανε και δυο παιδία, το Σταύρο και το Λάμπη.
Το φροντιστήριο ήτανε από το Μητροπολιτικό, στη οδό Ψαρών (όχι την ολόμαυρη Ράχη) στο σπίτι του δασκάλου, κοντά στο εργαστήρι του Τάση του Κοτσώνη, που φτιάχνει τα μαντολάτα και το μαγέρικο του Ζωχιού.
Τ’ απογιόματα, ντάλα καλοκαίρι, που εκάνανε μαθήματα μαζί με άλλα κοπέλια, ο δάσκαλος έπινε τον ελληνικό καφέ του – ήτανε προφανές ότι νωρίτερα θα είχε κάνει τη μεσημεριανή του σιέστα – και τον απολάμβανε, πασκουλάροντας τον, μετά δε από κάθε γουλιά, άφηνε να φεύγει ένας ήχος που έκανε με τη γλώσσα του, δηλαδή ένα μεγαλοπρεπές πλατς!
[…]

Μιας και μιλάμε για δασκάλους και για μαθήματα, θυμήθηκα ότι με τον αδερφό μου μαθαίναμε Αγγλικά στο φροντιστήριο πού ‘χε η Σούζη η Παπαδάτου, θεγατέρα του Κατσιλαρίδη πού έμενε στη Φανερωμένη και ότι αργότερα ο Νίκος εμάθαινε γαλλικά με την Άντζελα του Καραβία, πίσω από το Τελωνείο.
Ο αδερφός μου – πού πάντα ήθελε να είναι καπουράλος – έκανε με τσου φίλους του πολλές μάντσιες.
Σε μία από δάφτες που θυμάμαι, με «συνένοχο» το συμμαθητή του, το Βασίλη το Χριστοδουλόπουλο ή Νία, επήρανε τηλέφωνο ένα γιατρό και τόνε καλέσανε σε ένα (υποτίθεται) επείγον περιστατικό στο Βασιλικό.
Ο έρμος ο γιατρός φαίνεται πως επήγε – και μάλιστα ήταν βράδυ χειμώνα κι έβρεχε αδιάκοπα – γιατί τη μάντσια τήνε διηγιότανε ο ίδιος την επόμενη μέρα σε μια ζακυνθινή παρέα και έτυχε να την ακούσει ο πατέρας και να τη «μεταφέρει» στο σπίτι.
Ο λεβέντης μας, όμως, μιλιά!
Με τ’ άλλα τα κοπέλια επηγαίνανε στο λαγκάδι, σε μία αλάνα, μετά το λυόμενο του Τσερνωτά κι επαίζανε μπάλα. Εκεί εμαζευόντανε ούλα τα παιδία τση γειτονιάς, μικρά και μεγάλα. Κι η μάνα τόνε γύρευε, γιατί αν δεν έπεφτε το πρώτο σκοτάδι, εφτος δεν εμαζευότανε στο σπίτι για να διαβάσει.
Στο λαγκάδι, λοιπόν, είχε και πολλά χόρτα κι επειδή επέρναγε και ποτάμι από δίπλα, είχε πολλούς καλαμιώνους. Απάνου, στην αλάνα, υπήρχε και μία μπαράκα, που είχε μέσα δυο άλογα του μακαρίτη του Χρήστου του Ξένου ή Πατσόχρηστου.
Ένα βράδυ έπιασε φωτία η μπαράκα και κοντέψανε να καούνε τ’ άλογα.
Ποίος την έβαλε τη φωτιά;
Ίσως ο αδερφός μου, ίσως μαζί με κάνα φίλο του, ίσως και με το συμμαθητή του, τον Παναγιώτη , αλλά μέχρι και σήμερα επιμένει να μου λέει πως δεν θυμάται τίποτα.
Εκτός από την αλάνα, εκτός από το ποδόσφαιρο, κάναμε και ποδηλατάδες. Με τα ποδήλατά μας επηγαίναμε βόρτα προς το Γήπεδο, το Εθνικό Γυμναστήριο, που βρίσκεται στην περιοχή του Ξιφίτα, μετά τα κτήματα του Λιβάνη και του Μπρακαρόλια, όπως τα θυμάμαι στη δεκαετία του ’60.
Και να μην το ξεχάσω. Τα ποδήλατα τα επισκευάζαμε, συνήθως τση σαμπρέλες (που τρουπάγανε από τίποτα πινέζες ή καρφία) ή τσι αλυσίδες στο μαγαζί του Ματίου, που βρισκότανε στην πλατεία του Αγίου Παύλου.

Μία μέρα, ο αδερφός μου, που τότε παρίστανε το «παιδί των λουλουδιών» κι είχε αφήσει μακρύο μαλλί κι εφόριε καμπάνα παντελόνι τζην, είχε πάει, μετά από αφόρητη πίεση των γονέων μου, να κουρευτεί στου Χρήστου του Βασιλά, που είχε το κουρείο του στο δρόμο, πίσω από το σπίτι του Νίκου του Κοντονή του δάσκαλου,στην οδό Μακρή και Καυδιανού στη γωνία, κοντά στο Λιμενικό Ταμείο.
Ο πατέρας μου είχε συνεννοηθεί με το Χρήστο να κουρέψει κανονικά τον αδερφό μου. Πήγε, λοιπόν, ο Νίκος στου Βασιλά, κουβέντα από δω, κουβέντα από κει, τον έκαμε σχεδόν γουλί. Πάνε τα μαλλάκια του.
Και το χειρότερο ήτανε ότι μπαρτζολετάριζε κιόλας, λέγοντας του: – «Νίκο μου, σου έκοψα τα μισά μαλλιά και βγήκες, όπως εμπήκες».
Ο αδερφός μου εκόντευε να φάει τσι σιόλες του.
Μόλις ο Νίκος έφτασε στο σπίτι, για κακή τση τύχη, η Τζινούλα (θα πρέπει να ήτανε ίσαμε τέσσερο χρονώνε) βρισκότανε στην πιατσέτα, κρατώντας έναν αυτοσχέδιο μύλο κι είπε στον αδερφό μου:– «Ε, μυλάκι»…
Όμως, εκειός που ήτανε διαολισμένος με τα μαλλιά που έχασε, τση βάρεσε μία χαρμπετία, με αποτέλεσμα αλλού να βρεθεί η Τζινούλα κι αλλού το μυλάκι… Ακόμα το ψάχνουμε.
Το «μυλάκι» το ‘χε φτιάξει ο Διονυσάκης από χαρτόνι: Έκοβε το χαρτόνι με τέτοιο τρόπο, ώστε να σχηματίζει κάτι που έμοιαζε με μαργαρίτα και στη συνέχεια το στερέωνε με κάνα καρφάκι σε ένα λεπτό κομμάτι από καλάμι, όταν δε φυσούσες πάνω του ή το κρατούσες μπροστά σου κι έτρεχες στο δρόμο, τότε το χαρτόνι εγύριζε.
[….]
Μπροστά στην αυλή του σπιτιού μας, υπήρχε ένα μεγάλο δένδρο με χοντρό κορμό. Το δέντρο αυτό, στο οποίο είχαμε τοποθετήσει μία αυτοσχέδια κούνια, ήτανε το καταφύγιο για τον αδερφό μου, ο οποίος, όταν έκανε κάτι προφανώς «επιλήψιμο», που συνεπαγόταν «χειροτονία σε αρχιμανδρίτη», ανέβαινε απάνου στο δέντρο.
Κάποια φορά, λοιπόν, δεν θυμάμαι τι είχε κάμει, η μάνα μας έψαχνε τον Νίκο για να τόνε βαρέσει.
Είχε ανοίξει τη πόρτα του λυόμενου, αυτή που ήτανε μισή με σήτα, μισή χάρμποτ, στεκότανε στην άκρη τση, την κράταγε και εφώναζε τον Νίκο.
Κάποια στιγμή ακούστηκε μια φωνή από το δέντρο:
– «Έδωπα είμαι». Ήτανε μοζοντούρος, δηλαδή είχε μία κατεβασία στα μούτρα, που έφτανε μέχρι τα πόδια…
– «Κατέβα κάτου, ψυχή μου, μη πέσεις και έλα μέσα», του φώναξε η μάνα, μέσα από τα δόντια τση, καθώς είχε, ήδη, αρχίσει να νευριάζει.
– «Όχι δε κατεβαίνω, γιατί θα με βαρέσεις», απάντησε ο Νίκος.
– «Γιατί ψυχή μου θα σε βαρέσω; Μα έκαμες τίποτα;».
Δεν πρόλαβε να πει η μάνα την τελευταία τση φράση κι ο Νίκος έπεσε κάτου. Αφού πρώτα έφαγε «τση χρονιάς του», τόνε πήγε στο νοσοκομείο, όπου του βάλανε ράμματα στο χέρι, που του είχε σκιστεί από τη σκασία από το δέντρο.
Για τέτοιο «πορδοβούλωμα» μιλάμε!
Όταν ήμουνα 5 χρονώνε, ανέβηκα καλιτσούρι στην πλάτη του, αλλά προφανώς εκειός έκανε κάποια απότομη κίνηση κι έτσι έπεσα κάτου από τη πιατσέτα του σπιτιού κι έδωσα μία τουμπία πού έσπασα το μπροστινό μου δόντι.Θυμάμαι, ακόμα, πως όταν είμαστε μικρά, με τον αδερφό μου και τ άλλα τα παιδία τση γειτονιάς, φτιάχναμε ποντίκια… Τι ήτανε τα ποντίκια; Ένα σκαρτσούνι παλιό του πατέρα, που το γεμίζαμε με μπαμπάκι ή τίποτα κουρελάκια, το δέναμε με ένα σπάο, ή με πετονιά για να μη φαίνεται και το βράδυ – συνήθως τα καλοκαίρια – και το περνάγαμε από το ένα πεζοδρόμιο στο άλλο.
«Πέφταμε» στο τράφο, δίπλα από το πεζοδρόμιο του σπιτιού μας και περιμέναμε να περάσει κάποιος.
Όταν, λοιπόν, επέρναγε κανένας αμέριμνος πεζός, αν ήτανε γυναίκα, ακόμη καλύτερα, τραβάγαμε το σπάο ή την πετονιά σιγά – σιγά και την ώρα που το σκαρτσούνι – ποντίκι έφτανε στα πόδια του πεζού, το τινάζαμε δυνατά.Οι φωνές «αμάν ένα ποντίκι», εφτάνανε μέχρι τα Καμίνια.Το «σκηνικό» γινότανε σχεδόν κάθε βράδυ τα καλοκαίρια.
Τσι περισσότερες φορές επεριμέναμε τη χήρα, να κλείσει το φούρνο του Βουνίσιου (πού τση τον είχε νοικιάσει ο Τότης ο Γιατράς) και να περάσει από την οδό Αρτέμιδος για να γίνει το «πέτσο»!
Και κάτι ακόμα. Ούτε που θυμάμαι πόσες φορές, είτε εγώ, είτε ο αδερφός μου, είχαμε τσακιστεί με τα ποδήλατα. Στο δε σημείο όπου είχαμε φάει τα μούτρα ή τα πόδια μας, η μάνα συνήθιζε να ρίχνει ζάχαρη, ίσως γιατί έτσι πίστευε πως δεν θα ξαναπέσουμε στο ίδιο σημείο, ή πως θα μας γλυκάνει το πόνο από τη σκασία.
Άλλες φορές επαίζαμε με τσι γυαλινόρες.
Ζωγραφίζαμε μ΄ένα ξύλο, ένα ρόμβο κάτου στο χώμα και βάζαμε μέσα τσι γυαλινόρες – τρεις οριζόντια και πέντε κάθετα – και με μία άλλη απ’ όξω, προσπαθούσαμε να τσι πετύχουμε, εκσφενδονίζοντάς την με το χοντρό δάκτυλο του χεριού μας… Ε, κάναμε και καμμία κλαουνιαρία…
Άλλες φορές πάλι, επαίζαμε με τα άλλα παιδία τσι παπαλιές, κάτι σαν το μπιζ…
Τον αδερφό μου τον αγαπάω πολύ, παρότι έχω περάσει από δάφτονε πολλά «βασανιστήρια», όταν είμαστε μικροί. Είναι το άλλο μου μισό.

Τση 10 του Ιούλη το 2016 τση 9.30 το πρωί το άλλο μου μισό με άφησε μόνη κι Έφυγε για τη γειτονιά των Αγγέλων στα 57 του χρόνια.
Μόνος του αλλά στη Ζάκυνθο κάνοντας διακοπές. Κοντά στους φίλους του και κοντά στους γονέους μας.
Όμως, το ΓΙΑΤΙ ΤΟΣΟ ΝΩΡΙΣ,θα τριγυρνάει στο μυαλό μου. Τώρα πια:
Δεν ακούγεται ούτε ένα κύμα
Εις την έρημη ακρογιαλιά
Λες κι η θάλασσα κοιμάται
Εις της γης την αγκαλιά.

Καλό ταξίδι και καλή αντάμωση αγαπημένε μου …
Η αδερφή σου η Μαιρούλα

Υ.Γ. Ευχαριστώ θερμά την εφημερίδα «ΗΜΕΡΑ ΖΑΚΥΝΘΟΥ» και ιδιαίτερα τη παλιά μου γειτόνισσα και φίλη από την οδό Αρτέμιδος, την Κα Τζίνα Καραμαλίκη ή Τζινούλα, όπως την φωνάζαμε, για την φιλοξενία αυτού του κειμένου.