H τσιπουριάνα

Έκοψε η βρύση το νερό, κ΄ είχα δουλειά το βράδυ,
η μόνη λύση σκέφτηκα, να βρώ από πηγάδι.

Βάρη πολλά με φόρτωσε, αυτή η ζωή η ρουφιάνα,
τσάκωσα δύο πετρόσιγλους, και βούρ για Τσιπουριάνα.

Ένα πηγάδι παλαιό, στα πλάγια εκεί τση χώρας,
που πήγα και μαρτύρησα, στο δρόμο τση ανηφόρας.

Άσε που εσκεφτόμουνα, αν είναι δηλωμένο,
και γώ αλήτης κ΄ άπλυτος, που ΄χα νερό κλεμμένο.

Δεν είχα στάλα να πλυθώ, κ΄ είχα δουλειά να πάω,
το ποτιστήρι γιόμισα, και το ΄γερνα με σπάο.

Δεν μου ΄φτασε όμως τέλειωσε, στο ξέβγαλμα ήταν λίγο,
σκουπίστηκα όπως είμουνα, γιατ΄ έπρεπε να φύγω.

Για να μου φτάσει ήθελα, να πάω μιά ρούγα ακόμα,
τι να μου κάμουν δύο σιγλιές, κοντά δύο μέτρα σώμα;

Εμισοκαθαρίστηκα, από τη σαπουνάδα,
μα κόλαγα απάνου μου, εγίνηκα μπουγάδα.

Αφρούς απ΄τσι μασχάλες μου, αφρούς από τα αυτά μου,
εκόλλησε η τσέπη μου, μέχρι και τα λεφτά μου.

Φταίω εγώ ο απείθαρχος, όπου δεν έχω κάρτα,
για αυτό και φασκελώθηκα, είπα μ@@@@α πάρτα.

Εστέρεψε η βρύση σου; κάτσε και μη χτυπιέσαι,
μείνε για λίγο άπλυτος, γιατί ταλαιπωριέσαι;

Να σέρνεις σίγλους με νερό, απ΄ αδήλωτο πηγάδι,
κ΄ απάνο σου το αφρόλουτρο, να βγάζει ούλο το βράδυ.

Και κάρτα θα ΄χω για λεφτά, να διώξω τα σκισμένα,
που ΄ναι από χέρια βρώμικα, και ούλα λερωμένα.

Θα γίνω ελεγχόμενος, με ήσυχο κεφάλι,
και τ΄ άλλα ούλα θα ΄ρθουνε, κ΄ η βρύση μου θα βγάλει.