ΜΙΑ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙΝΗ ΣΠΟΝΔΥΛΩΤΗ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗ | Τρεις δρόμοι για το Φεγγάρι…

Γράφει η Πηνελόπη Αβούρη
Θεατρολόγος – Εκπαιδευτικός

“Όλες οι Τέχνες μπορούν να΄ χουν ΝΤΟΥΕΝΤΕ.
Το πεδίο όμως είναι πιο πλούσιο στη μουσική,
στο χορό και στην ποίηση που απαγγέλλεται,
γιατί απαιτούν για ερμηνευτή ένα σώμα ζωντανό –
είναι μορφές που γεννιούνται και πεθαίνουν ακατάπαυστα
και καθορίζονται από ένα ακριβές παρόν”

Λόρκα

Η λέξη «duende» είναι η ισπανική μετάφραση των λέξεων Άγιο Πνεύμα, σηματοδοτεί όμως το πάθος που κινεί την Τέχνη και τη Ζωή, την φροϋδική ορμή του έρωτα και του θανάτου. «Το duende είναι μια δύναμη κι όχι μια λειτουργία, μια πάλη κι όχι μια αφηρημένη έννοια. Άκουσα κάποτε ένα γέρο κιθαρίστα, να λέει: “Το duende δε βρίσκεται στο λαρύγγι. Το duende ανεβαίνει απ’ τις γυμνές πατούσες των ποδιών”… Ό,τι έχει μαύρους ήχους έχει duende», σημειώνει ο Φεδερίκο Γκαρθία Λόρκα στη διάλεξη για το duende που έδωσε το φθινόπωρο του 1934 στο Μπουένος Άιρες.
Το ετοιμοθάνατο duende, σέρνοντας τα φτερά του τα φτιαγμένα από σκουριασμένα μαχαίρια περπατά πάνω στην σκηνή σε όλη τη διάρκεια της παράστασης Τρεις Δρόμοι για το Φεγγάρι… Μιας παράστασης στηριγμένης στα κείμενα τριών ποιητών της μεσόγειου.
Η νουβέλα του «γιου του χάους», Λουιτζι Πιραντελο, «Male di Luna» δημοσιεύτηκε το 1913 στη συλλογή διηγημάτων με γενικό τίτλο «Novelle per un anno» και μεταφράστηκε στα ελληνικά το 1996 από την Χρύσα Κακατσάκη. Το 1984 αποτέλεσε μια από τις πέντε ιστορίες της σπονδυλωτής ταινίας των αδελφών Ταβιάνι «Χάος».
«Το Φεγγάρι λάμπει στον ουρανό κι εσύ λάμπεις στην γη, είσαι γυναίκα με ομορφιά που δεν την έχει καμία και λάμπεις και φωτίζεις σαν μακρινό φανάρι σαν την βαρκούλα που θαλασσοπνίγεται…».

«Male di Luna»
Η παράσταση Τρεις δρόμοι για το Φεγγάρι… ξεκινά με το «Male di Luna» του Nicola Piovani, μια μελωδική ερωτική εξομολόγηση στην αιώνια Γυναίκα και στην Εκάτη την πολυπρόσωπη θεά του Φεγγαριού.
Ο «Φεγγαροχτυπημένος» είναι ένα διήγημα λυρικού τρόμου. Μιλά για τον τρόμο μπροστά στον θεό Έρωτα και τον τρόμο που παραλύει τον ανθρώπινο νου μπροστά στη μεγαλοσύνη της Φύσης. Ένα νιόπαντρο ζευγάρι χωρικών ο Μπατά (Γιώργος Κορφιάτης) και η Σιντόρα (Αλεξάνδρα Βαλλή) στήνουν τη ζωή τους σε ένα απομονωμένο αγρόκτημα μέχρι που η αργόσυρτη καθημερινότητα τους αναστατώνεται όταν η Σιντόρα ανακαλύπτει ότι ο άντρας της κάθε πανσέληνο παθαίνει επιληπτικές κρίσεις.
Η σκηνοθετική εκφώνηση παραπέμπει στην αρχαία ελληνική τραγωδία: έντονη σωματοποίηση του ρόλου, χειρονομίες και τα έξοχα προσωπεία που φιλοτέχνησε ο Νίκος Σαλαμούρης.
«Το ντουέντε», λέει ο Λόρκα, «επιδρά πάνω στο σώμα της χορεύτριας
όπως ο άνεμος πάνω στην άμμο. Με μαγικές δυνάμεις μεταμορφώνει
ένα απλό κορίτσι σε φεγγαρόπληκτη παραλυτική,
κάνει ένα τσακισμένο γεροζητιάνο
που γυρίζει τις ταβέρνες να κοκκινίζει σαν έφηβος,
κρύβει μέσα σε μακριές πλεξίδες το άρωμα του λιμανιού τη νύχτα
και κάθε στιγμή εμπνέει στα χέρια κινήσεις
που γέννησαν τους χορούς όλων των καιρών…»

Το duende, λοιπόν, συνεπήρε τον Γιώργο Κορφιάτη που, ως Μπατά έχτισε με τις ασυνάρτητες κραυγές, τις γκριμάτσες και την κίνηση του την «ζωντανή» γκροτοφσκική μάσκα του ανθρώπου που υποφέρει και του ανθρώπου που εκτίθεται. Η σκηνή στο χωράφι ξεχείλιζε από συναίσθημα, της απόλυτης μοναξιάς και απογοήτευσης πρώτα, της τρεμουλιαστής ελπίδας μετά και της κραυγαλέας ευτυχίας τέλος, αποδόθηκε με μόνο υλικό το χτύπημα της αξίνας στη διψασμένη σικελική γη, ένα χτύπημα που ηχούσε εκκωφαντικό στη φαντασία του θεατή.

Και το duende κυριάρχησε την Αλεξάνδρα Βαλλή που, στην πρώτη της σκηνική παρουσία ως Σιντόρα, αναμετρήθηκε με τη συγκινησιακή βαρύτητα της μιμικής. Με τη γλώσσα της χειρονομίας και της στάσης διευκρίνισε τον χαρακτήρα της Σιντόρας, αφηγήθηκε τις σκέψεις της, εξέθεσε στο κοινό τη συνειδησιακή της κατάσταση όταν η μάνα της πρότεινε να την προστατεύει ο ξάδελφος και χαμένος εραστής Σάρος την νύχτα της πανσελήνου, με μεγαλύτερη ακρίβεια και καθαρότητα από αυτή που θα το έκανε αν χρησιμοποιούσε τη γλώσσα των λέξεων.

Η Όλγα Παρακευοπούλου, υποστήριξε με την σωματική κίνηση και την εκπληκτική της φωνή τον φευγαλέο ρόλο της γειτόνισσας και απέδωσε με ευρηματικότητα την συμφεροντολόγα, αποτυχημένη μάνα της Σιντόρας.

Ο Κωνσταντής Μουζάκης, υποστήριξε τον διπλό ρόλο του Αφηγητή και του Σάρου. Ο δεινός εραστής και γελοία δειλός Σάρος που φάνηκε για άλλη μια φορά κατώτερος από τις προσδοκίες της Σιντόρας, δόθηκε από τον σκηνοθέτη – ηθοποιό με πλαστικότητα και ρυθμό στην κίνηση και τη φωνή του.

Ματωμένος Γάμος
Ο Ματωμένος Γάμος, η δεύτερη ιστορία της παράστασης, είναι βαφτισμένος στην Ανδαλουσιάνικη ατμόσφαιρα του τσιγγάνικου πάθους και των χθόνιων υπερφυσικών δυνάμεων: Γη, Αίμα, Έρωτας, Γονιμότητα, Σελήνη, Θάνατος. Σε ολόκληρο το έργο ο θάνατος πλανάται επίμονα. Ένας θάνατος ισπανικός, αλλιώτικος από τους άλλους. Εδώ ο Λόρκα γίνεται αφοριστικός, «duende είναι η αίσθηση της παρουσίας του θανάτου», κι αυτό γιατί «σε όλες τις χώρες ο θάνατος είναι τέλος. Όταν έρχεται οι κουρτίνες κλείνουν. Όχι όμως στην Ισπανία… Εκεί ο νεκρός είναι περισσότερος ζωντανός παρά οπουδήποτε αλλού στον κόσμο».
Η Σελήνη στο Ματωμένο Γάμο του Λόρκα και την σκηνοθετική εκφώνηση του Μουζάκη είναι ψυχρή, αναιμική, δαιμονική, κακόβουλη. Μια Σελήνη που λειτουργεί ως ψυχοπομπός. Μια σελήνη που παρακαλεί:
Αφήστε με να μπω! Παγώνω στους τοίχους και στα παραθύρια.
Μια στέγη ανοίχτε, μια καρδιά, να μπω να ζεσταθώ λιγάκι!
Αχ, πως κρυώνω!…

Αλλά δεν την ακούει κανείς,
είναι ολομόναχη!

Η Αλεξάνδρα Dužević στο ρόλο του Φεγγαριού, φώτιζε ακίνητη πάνω στα σκηνικά βουνά σε όλη τη διάρκεια της παράστασης. Στο Μονόλογο του Φεγγαριού σωματοποίησε με απειλητική πλαστικότητα και μοναδική χάρη τη σελήνη που ανατέλλει και φωτίζει σερνάμενη μέσα από τα κλαριά των δέντρων, όλα τα μυστικά που πρέπει να μείνουν κρυμμένα και όλα τα εγκληματικά στενοσόκακα.
Το εμπνευσμένο κινητικό mudra (συμβολική χειρονομία που γίνεται με τα χέρια ή τα δάχτυλα) της καρδιάς που συσπάται καθώς στέλνει το αίμα στα μέρη του σώματος, σηματοδότησε με την άψογη εκτέλεση του, την τρομακτική επωδό του μονολόγου της «Θέλω μονάχα μια καρδιά! Ζεστή! Το αίμα της να βάψει τα κρύα βουνά τα στήθια μου».

Το 1956 ο Γιάννης Ρίτσος έγραψε την πρώτη εκτενή ποιητική σύνθεση από τις δεκαεπτά που αποτελούν την Τέταρτη Διάσταση, την Σονάτα του Σεληνόφωτος, που απετέλεσε το τρίτο μέρος της παράστασης.
Το πρόσωπο που ενέπνευσε τα βασικά στοιχεία της ηρωίδας, ήταν σύμφωνα με τη μαρτυρία του ποιητή Δημήτρη Δούκαρη η ποιήτρια Μελισσάνθη: «Ήταν τότε που είχε πεθάνει ο σύζυγος της Μελισσάνθης και μετά από σαράντα μέρες, μέσα στο βαρύ πένθος της, μας είχε καλέσει με τη Ζωή Καρέλλη ένα βράδυ στο σπίτι της. Με τα μαύρα κρόσσια παντού τριγύρω. Με τις μαύρες γάτες που απόμειναν για συντροφιά στην ευγενική ποιήτριά μας. Είχα συγκινηθεί με το πένθος της, με την επιμονή της να μας συνοδεύσει «μέχρι πάρα κάτω». Και το «πάρα κάτω» δεν τελείωνε. Τότε πρόσεξα ένα τεράστιο φεγγάρι πάνω από την πλάτη της Μελισσάνθης. Είχαμε φτάσει πια στις σκάλες της οδού Αντωνοπούλου. Και τελικά η Μελισσάνθη επέστρεψε ολομόναχη, με την Πανσέληνο, στο σπίτι της. Την άλλη μέρα το πρωί ταραγμένος και συνεπαρμένος τα ιστορούσα όλα αυτά τα περιστατικά στον Γιάννη Ρίτσο. Και το μαγικό χέρι του ποιητή τα μετέτρεψε στη «Σονάτα του Σεληνόφωτος».

Οι συνθέσεις που αποτέλεσαν την Τέταρτη Διάσταση έχουν παρόμοια μορφή∙ αποτελούν εξομολογητικούς μονολόγους, ηρωικών κυρίως προσώπων από την ελληνική μυθολογία, σε ένα άλλο άτομο που παραμένει βουβό. Το πρόσωπο που εξομολογείται αποτελεί ως ένα βαθμό προσωπείο του ίδιου του ποιητή, ο οποίος κάνει αισθητή την παρουσία του μόνο στις σκηνοθετικές οδηγίες που τις συνοδεύουν:
Ανοιξιάτικο βράδυ. Μεγάλο δωμάτιο παλιού σπιτιού.
Μια ηλικιωμένη γυναίκα, ντυμένη στα μαύρα, μιλάει σ’ ένα νέο.
Δεν έχουν ανάψει φως.
Απ’ τα δυο παράθυρα μπαίνει ένα αμείλικτο φεγγαρόφωτο.
Λοιπόν, η Γυναίκα με τα Μαύρα μιλάει στον Νέο.

Εδώ η σκηνοθετική εκφώνηση του Κωνσταντή Μουζάκη έδωσε προτεραιότητα στο λόγο του ποιητή και το σώμα της ηθοποιού Όλγας Παρασκευοπούλου υποτάχτηκε στο όραμα του Ρίτσου: «Άφησέ με νάρθω μαζί σου. Τι φεγγάρι απόψε! Είναι καλό το φεγγάρι, – δε θα φαίνεται πού ασπρίσαν τα μαλλιά μου. Το φεγγάρι θα κάνει πάλι χρυσά τα μαλλιά μου. Δε θα καταλάβεις. Άφησέ με νάρθω μαζί σου».

Η ερμηνεία της απετέλεσε «μια βαθιά, ανθρώπινη και τρυφερή κραυγή επικοινωνίας με το Θεό μέσα απ’ τις πέντε αισθήσεις με τη βοήθεια του duende, του duende που δεν επαναλαμβάνεται ποτέ, όπως τα σχήματα της θάλασσας δεν επαναλαμβάνονται ποτέ στη θύελλα». Όπως η παλλόμενη φωνή της που κάθε φορά εφεύρισκε ένα καινούριο τρόπο να αποδώσει την επωδό «Άφησέ με νάρθω μαζί σου».

Ο βουβός και διακριτικός Νέος του Μιχάλη Τσαούση, της απαντούσε εύστοχα με τη μουσική του σε ολόκληρο τον αγωνιώδη μονόλογο της.

Την επιμέλεια των διακριτικών και λειτουργικών κοστουμιών είχε η ομάδα των καλλιτεχνών ενώ την επιμέλεια της μουσικής που αποτέλεσε οργανικό μέρος της παράστασης και την διδασκαλία των τραγουδιών ο συνθέτης Μιχάλης Τσαούσης.

Οι φωτισμοί των Άκη Ζώντου και Κωνσταντή Μουζάκη συνέβαλαν στην δημιουργία του σκηνικού ύφους αλλά και έδεσαν αρμονικά με την ατμόσφαιρα της παράστασης.

Τα υπαινικτικά σκηνικά της παράστασης υπογράφει ο σκηνοθέτης, ο οποίος σε κάθε νέα παράσταση του ανεβαίνει ένα σκαλί… και… «Κάθε σκαλί που ανεβαίνει ένας άνθρωπος, ή όπως θα’ λεγε ο Νίτσε, ένας καλλιτέχνης, στον πύργο της τελείωσής του γίνεται ύστερα από σκληρή μάχη μ’ ένα duende. Όχι μ’ έναν άγγελο όπως έχουν πει, ούτε με μια μούσα», υποστηρίζει ο Λόρκα.