Το ανέβασμα τση ντροπής

Ζευγάρι απ΄ το Ρότερνταμ, εχάθη στα σοκάκια,
τσου μπέρδεψε η στάθμευση, των δρόμων και τ΄ αυλάκια.

Στο χάρτη είχαν την έννοια τσους, φερμένοι απ΄ το λιμάνι,
οδούς να βρούνε έψαχναν, και κοίταζαν σαν χάνοι.

Δεν ξέρω πως εφτάσανε, στην »Περιβολαρία»,
εκεί που η ανηφόρα τσης, πέφτει πολύ βαρία.

Εκεί που δοκιμάζαμε, σαν διαβολοπαιδάκια,
δικάβαλα, τρικάβαλα, τα δόλια μηχανάκια.

Συνέπεσε η ώρα μας, για να συναντηθούμε,
μας πήρε όμως κάμποσο να συνεννοηθούμε.

Στη Μπόχαλη ηθέλανε, να πάνε με τα πόδια,
εύρηκα με νοήματα τση γλώσσας τα εμπόδια.

Τσου ΄πα με χειροκίνηση, κι΄ εγώ για εκεί τραβάω,
μαζεύτε τα κουράγια σας, και πάμε, να σας πάω.

Περάσαμε απ΄ τα δύσκολα, περάσαμε καλάμια,
θαμπώσανε απ΄ τον ύδρωτα, και των γυαλιών τα τζάμια.

Πιό πάνου ο δρόμος έστρωνε, μα βρήκαμε σκουπίδια,
και μέχρι εκεί παράξενο, δεν είδαμε και φίδια.

Φτάσαμε Πικριδιώτισσα, κ΄ εγώ τσου ξεναγούσα,
μα εφτούνοι χαμογέλαγαν, τσάμπα μονολογούσα.

Εδώ τσου λέω για Δήμαρχους, είναι ξένα τα μέρη,
και βλέπετε από μόνοι σας, ο τόπος τι προσφέρει.

Είναι απ΄ αυτούς απάτητα, δεν θα σας πω τα ίδια,
συγκρίνετε αν θέλετε, απ΄ άλλα σας ταξίδια.

Θαυμάστε τη Σαρτζάδα μας, με χόρτα δύο μέτρα,
κάποτε, σημειώστε το, ήταν στρωμένη πέτρα.

Εφτάσαμε στη Μπόχαλη, και μπλέξανε οι ματίες,
με υποκλίσεις μπόλικες, και με ευχαριστίες.