Η μπαράκα

Είπα να αράξω μόνιμα, σε μία μπαρακούλα,
κ΄ όταν θα βρέχει ο καιρός, θα τση φορώ σακούλα.

Για καμπινέ δεν γνοιάζομαι, μου το προσφέρει η φύση,
να χ@@ι όξω με δροσιά, κανείς δεν θα ψοφήσει.

Θα παίρνει αέρα ο κ@@@ς μου, κ΄ άν τύχει κανα μάτι,
θα ΄χει να λέει ο άνθρωπος, θα ωφεληθεί σε κάτι.

Ούλα είναι χύμα σήμερα, ακόμα και η φιλία,
και μπανιστήρια μπόλικα, σε κάθε παραλία.

Δίπλα απ΄ το κρεβάτι μου, θα ΄χω και τη βρυσούλα,
και μια λεκάνη τσίγκινη, σε ξύλινη βασούλα.

Θα πλένω εκεί τα μούτρα μου, τα χέρια με σαπούνι,
θα πλένω κι΄ άλλα πράματα, στη σαπουνάδα ευτούνη.

Τα πόδια, τα αποκάτου μου, το λούτρινο ντε ντέ μου,
τα σώβρακα, τσι κάλτσες μου, θα κάνω και μπιντέ μου.

Θα ΄χω το κατρουγιάλι μου, κάτου απ΄το κρεβάτι,
κι΄ αν θέλουν ας με βγάλουνε, για φτούνο παραβάτη.

Τόσα μου ΄χουν καλλιώρα τσους, στην πλάτη φορτωμένα,
για κείνα λέω τα π@@@@@@α, τα διπλοπληρωμένα.

Ότι μπετά και τούβουλα, θα τσου τα παραδώσω,
να ησυχάσω από μυαλό, και πάλι να κορδώσω.

Τη Μέρκελ θα ΄χω κάδρο μου, κ΄ όταν θα σβήνω λάμπες,
στου καντηλιού το τρέμουλο, θα σκέφτομαι τσι γάμπες.

Άραγε θα μου ΄ρχότανε, το βράδυ στη μπαράκα;
την ήθελα αν χώραγε τση νόνας μου τη βράκα.

Θα μείνω στη μπαράκα μου, να απαλαχτώ απ΄ ούλα,
και να σας πω στην ύπαιθρο, χωνεύει κ΄ η σ@@@@@@α.

Κοιτάξτε πόσο όμορφη… και δίπλα η αποθήκη,
απ΄ τσου σεισμούς μια θύμηση, μια παρακαταθήκη.

φωτο: Pixabay