ΦΡΟΥΡΑ… ΦΡΟΥΡΑ…

Δυόμιση χρόνια έκαμα, στρατιώτης εις τη Χίο,
λοχίας υπηρέτησα, ήμουν στο φρουραρχείο.

Είχα καλή εκπαίδευση, το γράφουν τα χαρτιά μου,
έσκαγα από ετοιμότητα, ραντάρ ήταν τα αφτιά μου.

Κάθε που φώναζαν φρουρά, πετιόμαστε σαν λάμψη,
γινόμαστε ελατήρια, κ΄ αμπόδα μη σκοντάψει.

Ακρίδας σάρτος στο άκουσμα, ΦΡΟΥΡΑ, τα μάτια ολούθε,
με τα τουφέκια επι σκοπόν, που ΄θε μας ήρθε που ΄θε.

Κοιμόμουνα σαν άνθρωπος, κ΄ έβλεπα τ΄ όνειρό μου,
μ΄ αγγελουδένιο πρόσωπο, κ΄ απ΄ το δεξί πλευρό μου.

Ήμουνα λέει ακόμα εκεί, σ΄ εκειά τα ωραία χρόνια,
εμπούρλιαζα τα άρβυλα, τσου πέρναγα κορδόνια.

ΦΡΟΥΡΑ… ΦΡΟΥΡΑ…, στον ύπνο μου, ακούστηκε σαν σμπάρο,
συναγερμός στη σκέψη μου, το όπλο μου να πάρω.

Πετάχτηκα όπως ήξερα, κι΄ από το ένστικτό μου,
ΦΡΟΥΡΑ… ΦΡΟΥΡΑ…, εφώναζε, ΠΑΡΩΝ, το ουρλιαχτό μου.

Μ΄ ανάνοιχτα τα μάτια μου, τρακάρησα στην πόρτα,
και στη γωνία του έπιπλου, στου κεφαλιού τη βόρτα.

Ζαλάδα με κυρίεψε, απ΄ τον αλαφιασμό μου,
με τ΄ όπλο μου σακάτεψα, και κειό τον αντρισμό μου.

Σμπαράρισε από μόνο του, κ΄ ήταν ψηλά η κάνη,
ροζέτα ασκαγιόλουστη, η τρούπα στο ταβάνι.

Το έχω μεσ΄ την κάμαρα, τι σου ΄ναι η συνήθεια,
φρουρά ήμουνα κάποτε, και φαίνεται η αλήθεια.

Τινάχτηκε απ΄ το φόβο τσης, κι΄ η αγάπη μου η Ρόζα,
που ΄ναι και λίγο εύσωμη, που ΄ναι μήτε μπορντόζα.

Τι έγινε αθεόφοβε και γκρέμισες τα πάντα;
στο σίριαλ φωνάζουνε, που βλέπω στη βεράντα.

φωτο: Kollect-news