H εποχή της μούρλιας

Μιά μούρλια ετούτη η εποχή, στο φούλ η αδρεναλίνη,
απ΄ το ρυθμό, την πίεση, ξεχάστηκε η γαλήνη.

Πάει η ησυχία μας, μα κ΄ ο ανθρωπισμός μας,
μας φουρτουνιάζει την ψυχή, ο συνεχής θυμός μας.

Μας φέρνει σε μιά ένταση, σε μιά παραδαρμάρα,
που στην ουσία ευθύνεται, η δικιά μας κουταμάρα.

Μας φέρνει αντιμέτωπους, με τα παρατημένα,
τα περσινά τα πράματα, τα εγκαταλελειμμένα.

Με κόπο σέρνουν Ι Χ, γιομάτα ρεμουλκάκια,
σκουπίδια, μπάζα διάφορα, λεκάνες και πλακάκια.

Χτυπάει ο πονοκέφαλος, μία ζαλάδα ούλα,
βρωμιές με χοντροσάρωμα, μαζεύει κ΄ η Τοτούλα.

Ένα νησί στον οίστρο του, στο τρέξιμο, στη φούρια,
δουλειές και καθαρίσματα, με πλυστικά καινούργια.

Σκουπιδολόϊ ένα σωρό, και κατα πού να κάμεις,
μπήκε η σεζόν, μας έρχονται, και πρέπει να προκάμεις.

Πολλοί τα εξαφανίζουνε, όχι πως θα τα φάνε..
άλλα τα καίνε πρόθυμα, κ΄ άλλα σε λούμπες πάνε.

Τσου δρόμους ήρθε η κίνηση, τα νεύρα, η αφασία,
και κειό που πάει σύννεφο, το φάσκελο η βρισιά.

Ο θόρυβος σε έξαρση, και οι γκαζιές με νεύρο,
αλλοτινή μου Ζάκυνθος, ψάχνω μα που να σε ΄βρω.

Ψάχνω αυτό που ήσουνα, τσου χαλαρούς ρυθμούς σου.
την τάξη, την ευγένεια, τσου ανύπαρκτους θυμούς σου.

Που ΄φερνε αλμύρας μυρουδιά, τ΄ αγέρι το αλαφρό σου,
που απολαδίζεις σήμερα, απ΄ τον κακό εχθρό σου.

Χανόμαστε σαν άνθρωποι, τέτοια εποχή που σφύζει,
να ξέραμε όμως θα ΄θελα, και πόσο μας κοστίζει.

φωτο: DailyArticle