Τα πάθη σου μέσα απ΄ το όνειρο

Ξημέρωνε και ούτε πουλί, δεν ήθελε λαλήσει
μία σιωπή, κάτι βαρύ, πλανιότανε στη φύση.

Μια σιγαλιά παράξενη, κι η μέρα δυναμώνει
κάτι κοκόρια, ένα σφυρί, που χτύπαγε στο αμμώνι.

Μπροστά μου ο λόφος μια σκιά, πού βρίσκομαι δεν ξέρω
και αυτή η λέξη ένοχος, με κάνει και υποφέρω.

Δεν έχω βήμα σταθερό, μυαλό να περπατήσω
με σέρνανε οι τύψεις μου, να πάω να ρωτήσω.

Ε, ρε Οβραίο μάστορα, τί κάνεις εκεί κάτου;
κάποιον Ιησού δικάσατε, και φτιάχνω τα καρφιά του.

Φωνάζατε αμαρτωλός, με μίσος και φαρμάκι
τον φτύνατε, τον βρίζατε, στο πέτρινο δρομάκι.

Σας πείραξε ο λόγος του, ταράχτηκε η ψυχή σας
εκεί που κρύβετε καλά, όλοι την ενοχή σας.

Ιδρώτας με κυρίεψε, και στο λαιμό με πνίγει
αυτό που λέγεται ντροπή, κι η μέρα που ανοίγει.

Αισθάνομαι σαν δήμιος, όσο περνάει η ώρα
τα πάθη του κακέ ληστή, πρέπει να δεις προχώρα.

Ο άνθρωπος τον άνθρωπο, ζήλεια πολύ και φθόνο,
το μεγαλείο του κακού, να προκαλέσει πόνο.

Ο όχλος κατηφόριζε, για θέση στην πλατεία
και ΄μένα με βασάνιζε, ποιά είναι η αιτία.

Δεν χόρτασε εκδίκηση, τον άθλο του κοιτάει,
γονατιστός με το Σταυρό, λίγο νερό ζητάει.

Σταύρωσον – σταύρωσον αυτόν, κραυγές του παραλόγου,
ένοχος βρέθηκε πιστέ, δια του ορθού του λόγου.

Φορτώθηκε τα λάθη μας, και με αγάπη τόση,
σ΄ αυτόν που κάνεις το καλό, αυτός θα σε σταυρώσει.

Έδωσες την αγάπη σου, δίδαξες καλοσύνη,
ο έχων ένα, το μισό, στον άλλονε να δίνει.

Κάτι με γέμισε βαθιά, μες στη ψυχή μου ελπίδα
ήταν εκείνη η ματιά, που μου ΄ριξε και είδα.

Με φορτωμένο τον σταυρό, φτάνει στο Γολγοθά του
και ο γέρο Οβραίο μάστορας, τσου δίνει τα καρφιά του.

Τον σύρανε, τον γδύσανε, του πέταξαν την χλένη
κι η μέρα έτσι ξαφνικά, άρχισε να μικραίνει.

Τώρα επάνω στο σταυρό, ληστής τον κοροϊδεύει,
κι ο άλλος στο μαρτύριο, συγχώρεση γυρεύει.

Μαύρο το πέπλο του ουρανού, βροντές, φόβος και τρόμος,
νύχτα η μέρα, κι αστραπή, του Γολγοθά ο δρόμος.

Τετέλεσται ψιθύρισε, το νεκρικό του νεύμα,
και κλίνας του η κεφαλή, παρέδωσε το πνεύμα.

Ήρθε σιγή πριν την βροντή, ο όχλος μουδιασμένος,
κόπασε η μανία του, γιατί είναι σταυρωμένος.

Του πόνου ο ανήφορος, λόφος του μαρτυρίου,
εκφραστικός ο άνθρωπος, στο σώμα του Κυρίου.

Το μονοπάτι πότισε, σταγόνα, τη σταγόνα,
το αίμα κι ο ιδρώτας του, επάνω στο Χιτώνα.

Καρφιά με τρύπησαν βαθιά, λόγχη μες στο πλευρό μου
ταράχτηκα στον ύπνο μου, και βγήκα απ΄ το όνειρό μου.

Σεισμός εσκίστηκε η γη, πιστέψτε, αγαπηθείτε,
στο δρόμο που σας χάραξε, τον άνθρωπο να βρείτε.

Είναι η ημέρα των Παθών, της αυστηρής νηστείας
και ΄γω κοιτάζω σιωπηλός, στη μέση τση πλατείας.

Το “Ινα τι εφρύαξαν”, βγαίνει ο Εσταυρωμένος
του ονείρου το μαρτύριο, θυμάμαι δακρυσμένος.

φωτο: agiostherapon.blogspot.gr