Πήρε φωτιά η γάτα τσης…

Μετά απ΄ ευχές η φίλη μας, νιώθει σαν μπομπονιέρα,
σαν μπαλαρίνα κουρδιστή, πρωτοχρονιάρα μέρα.

Χόρευε μέσα στο μυαλό, έτσι για να τση πάει,
για να την κάνει όμορφη, και για να νιώθει χάι.

Να νιώθει κούκλα λούτρινη, όχι και πως δεν είναι!
κι αν σε θαμπώσει χρόνε μου, ζεστός κοντά τση μείνε.

Τρέχουν τα συναισθήματα, από προσωπικά τσης,
κρυφή τση ελπίδα και μισή, να βρεί τον κώδικά τσης.

Μεσ΄ το κομπιούτερ κλασικά, είν΄ αφοσιωμένη,
δεν είναι εξαρτώμενη, δεν είναι βαρεμένη.

Και ξαφνικά πετάγεται, βλέπει να τρέχουν σπίθες,
το γύρο στο δωμάτιο, κι από τη σόμπα κείθες.

Λαχτάρησε, σαλτάρησε, δεν μπόρειε ν΄ ανασάνει,
σταμάτησε στα όρια, και λίγο πρίν πεθάνει.

Η γάτα η Στελλίτσα τσης, η συντροφιά, η χαρά τσης,
πήρε φωτιά απ΄ τη σόμπα τσης, καιγότανε η ουρά τσης.

Στον πανικό ξεχύθηκε, αλλά και τι να κάνει;
με κάρβουνο τη γάτα τσης, για ν΄ αρρωστήσει φτάνει.

Τση ΄ρθε ανωτέρα δύναμη, βοήθεια απ΄ τα ουράνια,
τη γάτα τη Στελλίτσα τσης, την έσβησε η σαμπάνια.

Τ΄ ήταν αυτό για πρώτη του, τι τρόμος, τι σπαβέντο;
μέχρι η κραυγή και φτούνη τσης, ήτανε με κρεσέντο.

Εγλύτωσε τη γάτα τση, κι αυτή απ΄ την ορφάνια,
την έλουσε πατόκορφα, πρωτοχρονιά, σαμπάνια.

Ο χρόνος τη σημάδεψε, στο πρώτο πάτημά τσης,
κατάλαβε κι ως έξυπνη, πως ήταν μποναμάς τσης.

Απ΄ τη μπασία ερχόμενος, τση ΄δωσε και χαστούκι,
ν΄ ακούει μεσ΄ τη Ζάκυνθο, κάλαντα με μπουζούκι!

φωτο: Drawception