ΖΑΚΥΝΘΟΣ | Τα Πρωτοχρονιάτικα κάλαντα στις αρχές του τόπου για το 2017!


φωτο: depositphotos

Καλή Χρονιά, Χρόνια Πολλά, νησί μου αγαπημένο,
όσα και συ, τόσα και γω, να φέρει περιμένω.

Ο νέος χρόνος που ‘ρχεται, να μας καλημερίσει,
για σένα και για μένανε, ζωή να εξασφαλίσει.

Να επουλώσει τραύματα, που άφησε ο άλλος,
αυτός που αποδείχθηκε, κακός, ψεύτης μεγάλος.

Κι έχεις πληγές αμέτρητες και από πού να αρχίσω,
όπου χτυπήσω σκέφτομαι, δεν πρέπει να αστοχήσω.

Πρώτη πληγή και μάστιγα, είναι η καθαριότις,
κι αυτό που λείπει απ’ όλους μας, Ζακυνθινέ η ποιότις.

Μας λείπει το επίπεδο. Από τη σύνθεσή μας,
και δεν δουλεύει ξέρετε, καλά η συνείδησή μας.

Ένα νησί μοσχόλουστο, δεν του ταιριάζει η μπόχα,
δεν είναι ο κήπος Ζάκυνθος, χωράφι με μολόχα.

Δεν έχουν θέση πουθενά, βουνά από σκουπίδια,
δεν έχει μάθει να φορεί ποτέ τέτοια στολίδια.

Ούτε κι αυτοί οι δρόμοι τσης, να ‘ναι κατακλυσμένοι,
κι οι οδηγοί στο σύνολο, μόνιμα κολασμένοι.

Είναι κι οι μηχανόβιοι, που γράφουν ιστορία,
κάθε φανάρι κόκκινο, και μια αφετηρία.

Πίστα ούλα τα βλέπουνε, γκαμάει το εργαλείο,
δεν είναι εμπόδιο το ΑΡΓΑ, ούτε και το σχολείο.

Ω, Ζάκυνθος σε σκέφτομαι, και φτούνη την αυλή σου,
είναι πληγή αγιάτρευτη αυτή η Μπόχαλή σου.

Για κάποιους που αισθάνονται, είναι κρυφό μαράζι,
και γι’ άλλους προχειρόμουτρους, κάτι που δεν τσους γνοιαζει.

Οι επισκέψεις σε αυξηση, κι η εικόνα τρικυμία,
παρκινγκ, γκρεμός, οδόστρωμα, κι από ντροπή καμία.

Σαρτζάδα η μισότυφλη, κι αυτή νοσεί και βήχει,
μα αισθάνεται υπερήφανη, φωτίζονται τα τοίχοι.

Έχουνε ιδέες κι όνειρα, και σχέδια μεγάλα,
μόνο που με τα άχυρα, σκεπάζουνε τα άλλα.

Πολλές πληγές απούλωτες, και άλλα πολλά διακρίνω,
μα μου πανε ξεδιάντροπα, να μην τα κατακρίνω.

Ούτε για φτούνο το νερό, που ‘χω και το πληρώνω,
το ότι τρέχει η βρύση μου, πρέπει να καμαρώνω.

Τ’ ότι δεν κάνει να πλυθώ, ούτε να μαγειρεύω,
είναι κι αυτές κακίες μου, που άδικα μαζευω.

Να μάθω πρέπει μου πάνε, καλά να καταπίνω,
πληρώνω για μαγείρεμα, πληρώνω για να πίνω.

*******************************************

Καλή Χρονιά, Χρόνια Πολλά απ’ άκρη πέρα ως πέρα,
ένα νησί που βούλιαξε, μέσα σε μία μέρα.

Μια βροχή μας έπνιξε, και φούσκωσε ποτάμια,
καταστροφή μας έφερε, η συμφορά η λάμια.

Μας έδειξε τα χάλια μας, τα αδιόρθωτα μας,
εφάνηκε στο διαβα τσης, η ανικοτήτα μας.

Κι ούλοι αναρωτιόμαστε “τι έφταιξε παιδία;”,
για να φανούμε άξιοι, κανείς δεν είχε αδεία.

Τ’ αμέλησε κι ο φούφουτος, και ποιος θα καθαρίσει;,
με “Βενετία” μοιάζαμε, και όχι με Παρίσι.

Έτσι έλεγε ο Δήμαρχος, στα προεκλογικά του,
δεν ξέρω που ποντάριζε, θα ‘χε τα μαγικά του.

Θα ‘χε πολλά οράματα, και σχέδια στο τσεπάκι,
μα στην παδέλα τση έμπνευσης, ξέχασε το καπάκι.

Λάθη που δεν μαζεύονται, που προκαλούν ζημία,
δεν συγχωρεί στο βράσιμο, δικαιολογία καμία.

Ποιος έχει δίκιο έδωπα μεγάλοι αρχονταδες;,
κονάκια καταστράφηκαν, κοτέτσια, πατατάδες.

Η φύση έχει ανέκαθεν, ελευθερία χώρου,
και μεις την αναγκάζουμε, να πάει από λεωφόρου.

Καλή Χρονιά, Χρόνια Πολλά, Δήμαρχε αγαπημένε,
ρομαντικέ, αγωνιστή, και παρεξηγημένε.

Φορτώθηκες τόσα πολλά, ποιος να τ’ αμφισβητήσει;,
όμως το υποσχέθηκες, εσύ θα βρεις τη λύση.

Συμμάχησες με λάθη σου, τα’ ανέχτηκες που λένε,
πήρες, τα εκμεταλλεύτηκες, μα τώρα αυτά σε καίνε.

Έδωσες δικαιώματα, χρίστηκαν βοηθοί σου,
κι απ’ τον αέρα η διαταγή “Παυλο παρ’ το σπαθί σου”.

Πολλές οι υποσχέσεις σου, κι αν κάποια την προδώσεις,
να ξέρεις το αντίτιμο, κάπως θα το πληρώσεις.

Καθημερνά ακούγεσαι, πλανιέσαι στον αέρα,
κι αυτό ή θα ‘ναι αξίωμα, ή θα σε κάνει πέρα.

Καλή Χρονιά, Χρόνια Πολλά, Πρόεδρε, Αντιδημάρχοι,
καλύτερο Συμβούλιο, να ξέρτε δεν υπάρχει.

Αστροπελέκια ούλοι σας, σε κάθε πρόβλημά μας,
κι αν δείχνουμε κι αν βρίζουμε, είναι το κόλλημά μας.

Είναι το να σας πάρουμε, με το καλό το μάτι,
είμαστε, δεν το θέλουμε, παράλογοι κομμάτι.

Μια κωμωδία είσαστε, που παίρνετε αποφάσεις,
αφού μας γίνεται όνειρο, η εικόνα κάθε φάσης.

Ο τόνος έχει έκφραση, κι ανεβοκατεβαίνει,
κανείς όμως τι παίζετε, δεν σας καταλαβαίνει.

Δεν ξέρουμε, κι ας ξέρουμε, μα κειό τον Άγιο Πέτρο,
για να ‘χετε αποτέλεσμα, αλλάξτε το μαέστρο.

Να ακούμε, και να βλέπουμε, και μέσα από ηχεία,
για να το φχαριστιώμαστε, και να ‘χει επιτυχία.

Πάντως να σας χαιρόμαστε, με τα ψηλά γυαλιά σας,
εκεί πάνω στα έδρανα, που γίνεται η δουλειά σας.

Καλή Χρονιά, Χρόνια Πολλά, Νιοτόπουλε Λευτέρη,
ο νέος χρόνος δύναμη, κι υγεία να σου φέρει.

Συνοδοιπόρε φίλε μου, παλιά απ’ το Σαμψαρέλλο,
λαβώματα και λάθη σου, να σατιρίσω θέλω.

Όμως δεν βρίσκω τίποτα, και ψάχνω ένα μάτσο,
κι από την μπάσο τη μεριά, δεν άκουγα ούτε φάλτσο.

Έχεις μια θέση που κρατάς, και χαίρομαι για σένα,
ο χειρισμός με ηθική, κέρδος θα πει για μένα.

Όσο για τον πολιτισμό, σου έχω εμπιστοσύνη,
το ξέρεις κι από το δάσκαλο, κάνει κακό η βιασύνη.

Βάσταξε την ποιότητα, να μην κατρακυλήσει,
ή πιάστο και αλλιώτικα, να μην σου ροβολήσει.

Καλή Χρονιά, Καλή Χρονιά, υγεία Υπουργέ μου,
κάθε που σε θυμόμαστε, λέμε θαυματουργέ μου.

Έπαιξες ρόλο ενεργό, πριν απ’ τσι επιπτώσεις,
λίγο πριν αρρωστήσουμε, είπες να μας γλιτώσεις.

Δεν λέω για τα χρέη μας, λέω για τα σκουπίδια,
και κοίτα μην ξανάχουμε, απ’ την αρχή τα ίδια.

Έχει που βρίσκεσαι, μαχαίρι και πεπόνι,
μα λένε πως στη Ζάκυνθο, άλλο δεν σε σηκώνει.

Κι είμαι σε σκέψεις φίλε μου, και κάπως μου χτυπάει,
δεν ξέρω αν με κατάλαβες, το άδικο με σκάσει.

Σκέφτομαι τα λεγόμενα, και φάτσα και κουτελο,
τα θέλουν όλα τέλεια, και με το έτσι θέλω.

Πολλά αποθηκεύονται, στο νου κάθε πολίτη,
και που ‘ρχονται σε απόγνωση, να πιούνε ηλεκτρολύτη.

Εφτούνα φίλε Κοντονή, ακούω κάθε μέρα,
που ψάχνω για τ’ απάγκιο μου, για καθαρό αέρα.

Αλλάζει πάλι ο χρόνος μας, και ο καιρός περνάει,
κι αυτόνε που πιστέψαμε, φαρμάκι μας κερνάει.

*******************************************

Καλή Χρονιά, Χρόνια Πολλά, φίλοι μας Ευρωπαίοι,
που θέλετε απ’ τη ζήλεια σας, να μας σαπούν τα πέοι.

Σφίγγετε τσι απαιτήσεις σας, μέχρι να μας πονέσουν,
μα ότι και να κάνετε, αυτά δεν θα μας πέσουν.

Μπορεί να φάμε λάχανα, μπορεί ψωμί και λάδι,
μα όμως στο κρεβάτι μας, γλεντάμε κάθε βράδυ.

Έχετε δίκιο απόλυτο, φαίνεται η συμφορά σας,
αφού σπανίζει η όρεξη, με μέτρο κι η χαρά σας.

Ζηλεύετε τον ήλιο μας, τσι ακροθαλασσιές μας,
τον ουρανό τον διάφανο, τα σπίτια, τσι μπασιές μας.

Μα από τα γκρίζα ανήλιαγα, εδώ για να πατήστε,
είναι κομμάτι δύσκολο, δεν ξέρετε να ζήστε.

Θέλει ζεστό χαμόγελο, και αίμα που να βράζει,
θέλει λιοπύρι, έρωτα, και το κορμί να στάζει.

Θέλει πολλά αλλιώτικα, δύσκολη κι η συνήθεια,
να βλέπεται στον τοίχο σας, να τρέχουν σαμαμίθια.

Για αυτό ζήστε στον τόπο σας, κι η φίντα ας κατουριέται,
γιατι εδώ να ξέρετε, τίποτα δεν πουλιέται.

Σας φτάνουν λίγες διακοπές, μόνο αυτό σας μένει,
ψυχροί κι ωμοί να ‘ρχόσαστε, να φεύγετε ψημένοι.

Γελάει ο χρόνος που ‘ρχεται, με αυτά που αραδιάζω,
μου λέει θα ‘ρθω σπίτι σου, του λέω θα απουσιάζω.

Αλλά σε περιμένουνε, εδώ τσούρμο ανθρώποι,
Αρχιερείς και νοντσιολοι, αλλά και επιτρόποι.

Για να μπεις ετοιμάζουνε, μάσκουλα και φουρνέλα,
κι η τσόχα είναι έτοιμη να αδειάσει την κασέλα.

Να φέρεις περιμένουμε, τυχη, χαρά και υγεία,
και στον πιο πέρα κόσμο μας, να πάψουν τα σφαγεία.

Καλή Χρονιά Ζακυνθινοί, κι εδώ θα τελειώσω,
εξέσπασα με Κάλαντα, τώρα θα το βουλώσω.

Και πάλι να ‘μαστε καλά, για να πρωτοτυπούμε,
υγεία, αγάπη σ’ όλους μας, για να τα ξαναπούμε.