Το σκαρτσουνόδεντρο

Έβρηκε τρόπο ο φίλος μου, να απλώνει τα πλυμένα,
τση αλλαξιάς τα βρώμικα, και τα παρατημένα.

Ένα καδρόνι μου δειξε, με πρόκες μπάντα κι άλλη,
μακρίο σαν την έκπληξη, εφεύρεση μεγάλη.

Τι είναι τουτο απόρησα, κρεμάστρα για κουτσούνια;,
στροφές δεν παίρνεις Καστρινέ, απλώστρα για σκαρτσούνια.

Έχω στην άκρη άπλυτα, μια κατοστή ζευγάρια,
κι αν δεν πλυθούν, τα πέταξα, δεν πάνε στα σουρτάρια.

Κάθε αλλαξία τα άφηνα, κι αγόραζα καινούργια,
που να σκεφτώ για πλύσιμο, εγώ με τέτοια φούρια;

Ελπίζω να κατάλαβες, τση σκέψης το φινάλε,
κι αν όχι, σε επανάληψη, θα σου τα πω και πάλε.

Θα ‘χω και δέντρο στην αυλή, με δίχως μπιχλιμπίδια,
θα ‘ναι και θα του κρέμουνται, οι κάλτσες για στολίδια.

Θα φτιάξω τρία, τέσσερα, ορθά σαν πυραμίδα,
που θα σκαλώσω απάνω τσης, σκαρτσουνοκαταιγίδα.

Σαν ένα σκαρτσουνόδεντρο, θα ‘χει και ωραία μόστρα,
δυο δουλειές σε μιανε, δέντρο αλλά κι απλώστρα.

Τώρα ήρθε η ώρα τσους, να βάλω να τα πλύνω,
με τα καδρόνια Καστρινέ, το άπλωμα το λύνω.

Πολυτεχνάς ο Τίμοθυ, και στο μυαλό μεγάλος,
εφτούνο που σκαρφίστηκε, δεν θα σκεφτόταν άλλος.

Σ’ ένα κακάβι τα βαλε, τσούβαλε υγρό και σκόνη,
μα είδε στο ανακάτεμα, αφρούς να μην σηκώνει.

Εξέτασε το φάρμακο, άραγε τι να βρήκε;,
η σκόνη που αγόρασε, μαλακτικό του βγήκε.

Δεν παίζεται ο Τιμόθεος, μ’ αυτά που κατεβάζει,
κάνει και λάθη άθελα, αλλά και δεν αλλάζει.

φωτο: InGolden