Πρόσωπα | Νίκος Σούλης

soulis

Αναμνήσεις καλές και κακές, δύσκολες ή όμορφες, μοιράζεται με τις «Στιγμές» ο Νίκος Σούλης, ελαιοπαραγωγός και ελαιουργός, που μας ταξιδεύει αρκετά χρόνια πίσω, στα μέρη του, τη Λιθακιά.

Η ζωή, αυστηρά αγροτική
Οι κάτοικοι της Λιθακιάς ασχολούντο με το λάδι και με την καλλιέργεια άλλων αγροτικών προϊόντων, όπως το στάρι, η πατάτα, το κρεμμύδι κι άλλα. Ο Λιθακιώτης ήταν ένας αυτοσυντηρούμενος από τη γη του άνθρωπος. Μας έζησε τόσους αιώνες ο αγροτικός τομέας και η θάλασσα. Δεν ξέραμε τότε τι θα πει μπανάνα το χειμώνα. Περιμέναμε το καλοκαίρι για να φάμε ό,τι ήταν δικό μας και του συγγενή μας. Στις πλαγιές, στο ορεινό κομματάκι της Λιθακιάς, φυτεύαμε φακές και ρεβίθια. Στο ημιορεινό είχαμε ελιές και στο πεδινό ήταν τα αμπέλια, το χωράφι για το στάρι και το κριθάρι –γιατί τότε δεν διανοούμαστε να αγοράσουμε ψωμί. Ζύμωνε ψωμί η γυναίκα της οικογένειας.

Κάρβουνο κι ασβέστης
Η Λιθακιά έχει δυο πλαγιές, μια από το Μεγάλο Βουνό και μια η Κακή Ράχη. Πήγαιναν τότε και κόβανε τα κλαδιά των δέντρων για να κάμουνε καμίνια που ήταν δύο ειδών: Για το ξυλοκάρβουνο και για τον ασβέστη που τον φτιάχνανε εδώ, στο χωριό. Το «καθαρίζανε» τόσο πολύ το βουνό ώστε, το χειμώνα, με τις βροχές κυλούσε το νερό και πλημμύριζαν τα λαγκάδια μας. Κι είχαμε και το κυνήγι, στο Λόγγο του Δεσύλλα, ο καθένας το πόστο του και πιάναμε τρυγόνια, τσίχλες και κοτσύφια.

Τα παιδιά
Δεν είμαστε περιορισμένα. Τα παιδάκια, όπως ήμουν κι εγώ, από το Μάη μήνα φορούσαμε ένα βρακάκι κοντό, που το είχε φτιάξει η μητέρα, είμαστε ξυπόλυτα και με μια σφεντόνα στο χέρι. Δεν κάναμε τίποτα άλλο από το να γυρίζουμε γύρω από το σπίτι μας, κοντά, διαφορετικά μπαίναμε σε περιοχή άλλου παιδιού κι αυτό ήτανε αιτία πολέμου! Ανατριχιάζω να βλέπω σήμερα, μεγάλος άνθρωπος, μια μυγδαλιά γεμάτη αμύγδαλα ή μια καρυδιά με τα καρύδια πάνω της ή μια μηλιά που σέπονται πάνω της τα μήλα. Τότε, ένα μύγδαλο να ήταν πάνω στο δέντρο, θα προσπαθούσαμε μία ολόκληρη ημέρα να το ρίξουμε με τη σφεντόνα να το φάμε. Η φύση ήταν η απασχόλησή μας.

Ιεραρχία
Τα παιδιά κάναμε όλα τα θελήματα. Το πρώτο που με έμαθαν ήταν να σαρώνω την αυλή, μεγαλώνοντας είχα το δικαίωμα να βγάλω τη γίδα για να τη δέσω από το ένα χωράφι στο άλλο και τέλος να βγάζω το άλογο και το μουλάρι. Μεγαλώνοντας δηλαδή παίρναμε οφίτσια! Δεν είχαμε δικαίωμα άρνησης της εντολής που μας δινόταν. Κι η εντολή ήταν: «Νίκο, πήγαινε!», «Νίκο, κάμε αυτό!». Η άρνηση είχε την ποινή του ξυλοδαρμού. Επειτα, τα παιδιά δεν είχαμε δικαίωμα λόγου. Πηγαίναμε στο καφενείο-μπακάλικο που συναθροίζονταν οι μεγάλοι για να παίξουν χαρτιά ή να κουβεντιάσουν και καθόμασταν γύρω τους αλλά δεν μπορούσαμε να αρθρώσουμε λόγο. Τίποτα. Μπορούσαμε μόνο να ακούμε. Ο συγγενής μας είχε δικαίωμα πάνω μας. Αν έκανα κάτι κακό, ο κάθε συγγενής μου είχε το δικαίωμα να με βαρέσει. Ο ξένος όμως δεν είχε δικαίωμα ούτε να με αγγίξει! Ηταν βαρύτατο σφάλμα. Μπορούσε μόνο να απειλήσει και να πει: «Σώπα και του πατέρα σου!», που σήμαινε «απαγορεύεται να σε γκιάξω αλλά θα το πω του πατέρα σου»!

Δυσκολίες
Δεν είχαμε ρεύμα, δεν είχαμε ψυγείο, δεν υπήρχε καν ραδιόφωνο. Εμείς μόνο είχαμε στο σπίτι μου ραδιόφωνο, τη δεκαετία του ’40 γιατί είχαμε το ελαιοτριβείο και παρήγαμε ρεύμα. Είχαμε βγάλει ένα μεγάφωνο, σε μια άκρη του χωριού, στο δρόμο, για να ακούνε οι περίοικοι τα νέα του πολέμου. Κι οι χειμώνες ήταν δύσκολοι. Ηταν δύσκολα χρόνια για όλους. Σπίτι με πάτωμα δεν υπήρχε, μόνο με πατημένο χώμα, το τραπέζι και το κρεβάτι. Μαγείρευαν όλοι με τα ξύλα, κάτω, στην εστία. Καμία άνεση, καμία πολυτέλεια, δύσκολα. Το κρύο και η υγρασία ήταν έντονα, θέρμανση δεν υπήρχε. Γι’ αυτό, 50 ετών ήσουν γέρος. Δύσκολοι οι χειμώνες και για τα παιδιά και για τους μεγάλους κυρίως. Τα βράδια του χειμώνα οι γυναίκες πλέκανε. Φτιάχνανε ρούχα και σκαλτσούνια για τα παιδιά -ρούχα για τα παιδιά δεν αγοράζανε. Τα έφτιαχνε η νόνα και η μάνα. Τα πρωινά σηκώνονταν και ετοίμαζαν τα «σακούλια», δηλαδή τα φαγητά για τους εργάτες που έκαναν τις αγροτικές δουλειές. Όλα γίνονταν με τα χέρια, από άντρες και γυναίκες και έπαιρναν πολύ χρόνο. Ζούσαμε μόνο από τη φύση κι όταν η φύση δεν έδινε, πεινούσαμε. Μόνο στο μπακάλικο μπορούσαμε να πάρουμε ρέγγκους, σκουράντζους τους λέγαμε και σαρδέλες. Και φασόλια, στο σακί.

Με βόιδα, στο Μαραθονήσι
Ο άνθρωπος, εκείνα τα χρόνια, προσπαθούσε να επιβιώσει με οτιδήποτε δυνατό. Θα σας πω κάτι, πέρα για πέρα αληθινό. Υπήρχε μια οικογένεια, του Ηλία Παπαγιαννόπουλου, που πήγαινε στο Μαραθονήσι για να καλλιεργήσει ένα μικρό τμήμα που είχε εκεί. Και πήγαινε με τα βόιδα, κολυμπώντας! Δεν το πιστεύει κανένας αλλά είναι αληθινό. Αυτός, ο Ηλίας, με τη βάρκα και τα βόιδα από πίσω της, κολυμπώντας! Γιατί; Για να μπορέσει να κάμει το ζευγάρι με τα βόιδα και να πάρει τα τρόφιμα που μπορούσε ο ίδιος να παράγει και να φάει. Όχι να πουλήσει, αλλά μόνο για να φάει. Και πήγαινε τα βόιδα κολυμπώντας, μέχρι το Μαραθονήσι!

Ο σεισμός
Ημουν παλικαράκι όταν έγινε ο σεισμός το ‘53. Εκείνη την ώρα εγώ, ο πατέρας μου και ο αδερφός μου μαζεύαμε αμύγδαλα, δίπλα από το σπίτι μας που ήταν διώροφο κι όταν έγινε ο σεισμός βλέπαμε να σηκώνονται τα κεραμίδια 10, 20 πόντους πάνω, χτυπάγανε και πέφτανε. Εξαλλοι από το φόβο μας, και οι τρεις, τρέχαμε στα χωράφια. Τρέχαμε να φύγουμε, να πάμε πού; Όταν σταμάτησε ο σεισμός, εγυρίσαμε πίσω. Το σπίτι μας δεν είχε καταρρεύσει αλλά είχε υποστεί πολύ μεγάλες φθορές. Η Λιθακιά είχε λίγες καταρρεύσεις σπιτιών. Μαζευτήκαμε όλοι οι χωριανοί στο Κοινοτικό Γραφείο για να δούμε τι έγινε, να μάθουμε αν ήταν καλά κάποιοι από τους δικούς μας που ήταν στη Χώρα, για τα σπίτια που είχαμε στη Χώρα. Γίνεται τότε ένας δεύτερος σεισμός κι εκάναμε ακριβώς το ίδιο. Όλοι ετρέχαμε μέσα στα χωράφια χωρίς να ξέρουμε πού πάμε. Η Λιθακιά, αν θυμάμαι καλά είχε 5 θύματα που ήταν εκείνη την ώρα στη Χώρα. Πήγαν να βοηθήσουν τους συγγενείς τους κι εκεί τους βρήκε ο δεύτερος σεισμός και τους σκότωσε. Μας έχει γίνει βίωμα ο σεισμός. Δεν είμαι σοφός ούτε μάντης. Πιστεύω όμως απόλυτα ότι μεγάλος τέτοιος σεισμός θα ξαναγίνει γιατί η φύση επαναλαμβάνεται.

Γιορτή
Στις γιορτές όλα άλλαζαν, είχαμε μια αφορμή να φορέσουμε τα καλά μας. Θα σας πω κάτι που είναι αστείο, αλλά αληθινό. Ηταν του Αγίου Διονυσίου, Αύγουστος, και η κοπέλα που είχαμε στο σπίτι, η Ρουμπίνα, με πήρε να πάμε στον κινηματογράφο. Έπαιζε ένα έργο καουμπόικο και σε μια σκηνή ερχόταν από την οθόνη ένα άλογο με τον αναβάτη του, καλπάζοντας. Και βγάζω μια φωνή: «Ρουμπίνα πάνω μας! Πέσε!» και ξάπλωσα χάμω. Αυτή ήταν η διασκέδασή μας.