Οφείλεται η εμφάνιση νέων λοιμωδών νοσημάτων στην κλιματική αλλαγή;

klimatiki allagi

Γράφει ο Απόστολος Βανταράκης,
Επικ. Καθηγητής Υγιεινής, μον. Περιβαλλοντικής Μικροβιολογίας, Εργ. Υγιεινής, Ιατρικό Τμήμα, Παν/μιο Πατρών.

Οι κλιματικές συνθήκες επηρεάζουν την εμφάνιση και επανεμφάνιση των λοιμωδών νοσημάτων, παράλληλα και επιπρόσθετα με πολλούς άλλους ανθρώπινους, βιολογικούς και οικολογικούς παράγοντες.
Οι κλιματολόγοι έχουν καταγράψει σημαντική τάση αύξησης στις παγκόσμιες θερμοκρασίες και προβλέπουν ότι οι θερμοκρασίες αναμένεται να αυξηθούν κατά 1,8 – 5,8°C μέχρι το έτος 2100. Οι κλιματικές αλλαγές συμβαίνουν σαν αποτέλεσμα ανισσοροπίας μεταξύ εισερχόμενης και εξερχόμενης ακτινοβολίας στην ατμόσφαιρα. Καθώς η ηλιακή ακτινοβολία εισέρχεται στην ατμόσφαιρα, ποσοστό αυτής απορροφάται από την επιφάνεια της γης και επαναπροωθείται σαν υπεριώδης ακτινοβολία, που στη συνέχεια απορροφάται από τα αέρια του θερμοκηπίου, κυρίως διοξείδιο του άνθρακα, μεθάνιο και οξείδια του αζώτου τα οποία προκύπτουν από την καύση των ορυκτών καυσίμων και τα οποία δεν απομακρύνονται αποτελεσματικά από την ατμόσφαιρα εξαιτίας της καταστροφής των δασών. Αυτή η διαδικασία παράγει θερμότητα. Δεδομένου ότι οι συγκεντρώσεις των αερίων του θερμοκηπίου στην ατμόσφαιρα έχουν φθάσει σε επίπεδα ρεκόρ, οι παγκόσμιες θερμοκρασίες έχουν αυξηθεί με ταχύτερο ρυθμό από ό, τι οποιαδήποτε άλλη στιγμή στην πορεία της ανθρωπότητας. Αποτέλεσμα αυτού, ο υδρολογικός κύκλος να αλλάζει από τη στιγμή που ο θερμότερος αέρας συγκρατεί περισσότερη υγρασία σε σχέση με τον ψυχρότερο αέρα.
Ορισμένες γεωγραφικές περιοχές, θα έχουν περισσότερες βροχοπτώσεις ενώ άλλες πολύ περισσότερη ξηρασία. Επίσης, σοβαρά καιρικά φαινόμενα που ήδη βιώνουμε όπως κύματα καύσωνα και καταιγίδες αναμένονται να γίνουν πιο συχνά. Για τους λόγους αυτούς, ο όρος «αλλαγή κλίματος» προτιμάται σήμερα σε σχέση με τον όρο «υπερθέρμανση του πλανήτη».

Οι κλιματικές αλλαγές μπορεί να έχουν άμεσες επιπτώσεις στην ανθρώπινη υγεία με την πιθανή αύξηση των λοιμωδών νόσων που μεταδίδονται μέσω εντόμων ή μολυσμένων νερών. Επίσης οι κλιματικές αλλαγές μπορούν να προκαλέσουν την εισαγωγή και τη μετάδοση πολλών λοιμωδών νοσημάτων σε νέες περιοχές που δεν είχαν εμφανιστεί μέχρι σήμερα. Η συχνότητα ασθενειών που μεταδίδονται με φορείς τα κουνούπια και ήταν ανύπαρκτες μέχρι σήμερα στην Ελλάδα όπως η ελονοσία, ο δάγγειος πυρετός, η ασθένεια από τον ιό Chikungunya και η ιογενής εγκεφαλίτιδα (ιός Δυτικού Νείλου, τελευταίες περιπτώσεις στη Β.Ελλάδα) επηρεάζεται σημαντικά από τις κλιματικές αλλαγές. Οι κλιματικές αλλαγές μπορούν να αυξάνουν τη γεωγραφική εξάπλωση των φορέων που μεταδίδουν αυτές τις ασθένειες. Αυτό θα συμβεί με την αύξηση της αναπαραγωγικής συχνότητας του φορέα μετάδοσης και τη μείωση της περιόδου επώασης του παθογόνου ιού. Επιπλέον, η αύξηση στη θερμοκρασία του θαλασσινού νερού καθώς και του επιπέδου της θάλασσας, γεγονότα που οφείλονται στις κλιματικές αλλαγές, μπορούν επίσης να οδηγήσουν σε μεγαλύτερη συχνότητα των υδατογενών λοιμωδών νοσημάτων. Επιπρόσθετα, η ανθρώπινη μετανάστευση και οι καταστροφές που προκαλούνται από τις κλιματικές αλλαγές μπορούσαν επίσης έμμεσα να συμβάλλουν στη μετάδοση των λοιμωδών νόσων. Τέλος, η ευαισθησία των πολιτών στα λοιμώδη αυτά νοσήματα, μπορεί επίσης να ενισχυθεί από την κακή διατροφή λόγω των επιπτώσεων της κλιματικής αλλαγής στη γεωργία (π.χ. πυρκαγιές και καύσωνας στη Ρωσία με αποτέλεσμα τη μείωση της παραγωγής σιτηρών).

Λόγω της αύξησης της θερμοκρασίας και της αλλαγής του ρυθμού των βροχοπτώσεων, η αλλαγή του κλίματος αναμένεται να έχει σημαντική επίδραση στα λοιμώδη νοσήματα που μεταδίδονται είτε από έντομα-φορείς είτε μέσω μολυσμένου νερού. Τα έντομα φορείς των ασθενειών (όπως τα κουνούπια) έχουν την τάση να είναι πιο ενεργά σε υψηλότερες θερμοκρασίες όπως αναφέρεται και στο New England Journal of Medicine από την Emily Shuman. Για παράδειγμα, τα τροπικά κουνούπια Anopheles, είδος που μεταδίδει την ελονοσία, απαιτεί θερμοκρασίες πάνω από 16° C για να ολοκληρώσει τον κύκλο ζωής του. Μερικές ασθένειες που μεταδίδονται μέσω εντόμων-φορέων όπως η ελονοσία είναι υδατογενείς δεδομένου ότι τα κουνούπια συνήθως ευδοκιμούν σε υδάτινα οικουστήματα, όπου γεννούν τα αυγά τους. Έτσι, οι επιδημίες αυτές τείνουν να εμφανίζονται πιο συχνά κατά τη βροχερές περιόδους στις τροπικές περιοχές. Αντίθετα, άλλες επιδημίες όπως αυτές που οφείλονται στον ιό του Δυτικού Νείλου μπορεί να συμβούν και σε περιόδους ξηρασίας. Αυτό συμβαίνει διότι τα κουνούπια και τα πουλιά (οι αρχικοί ξενιστές του ιού) έρχονται σε επαφή με ελάχιστες πηγές νερού που ενισχύουν τη μετάδοση του ιού. Επιπλέον, οι πληθυσμοί των φυσικών θηρευτών των κουνουπιών μειώνονται πολύ σε περιόδους ξηρασίας. Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας προβλέπει μια αύξηση 3 -5 % στον πληθυσμό που κινδυνεύει από την ελονοσία, σε αύξηση θερμοκρασίας 2-3ο Κελσίου. Ο Π.Ο.Υ επίσης προβλέπει 10% περισσότερες διαρροϊκές ασθένειες μέχρι το 2030 λόγω της κλιματικής αλλαγής.

Η ανάλυση του ρόλου του κλίματος στη συχνότητα εμφάνισης των λοιμωδών νόσων απαιτεί διεπιστημονική συνεργασία μεταξύ ιατρών, κλιματολόγων, βιολόγων και κοινωνιολόγων. Η εφαρμογή περιβαλλοντικής επιτήρησης, η διενέργεια εκτίμησης κινδύνου, η δημιουργία μοντέλων, και η χρήση γωγραφικών συστημάτων πληροφοριών μπορούν να παρέχουν προληπτικά μέτρα στην αντιμετώπιση των νέων δεδομένων. Η κατανόηση της σχέσης των κλιματολογικών συνθηκών και των οικολογικών αλλαγών και του καθοριστικού ρόλου τους στην εμφάνιση και τη συχνότητα εμφάνισης των λοιμωδών νόσων θα βοηθούσε σημαντικά στη βελτίωση των προληπτικών στρατηγικών μέτρων.



Τελευταία άρθρα