Στερνό αντίο στη Μαρλέν Καρρέρ

Δεν ξέρω λοιπόν τι με σώζει πάντα απ’ την απόγνωση, την καταστροφή, την άβυσσο που λέγαμε. Ίσως ο Άγιος. Τι με κοιτάς; Στη Ζάκυνθο ένας είναι ο Άγιος: ο δικός μας. Ο Άγιος Διονύσιος, βέβαια! Σου έλεγα ότι πιστεύω στο Θεό, αλλά πιο πολύ πιστεύω στον Άγιο. Ήταν και συγγενής μας. Αυτήν τη βαθιά πίστη στον Άγιο την κληρονόμησα, φαίνεται, απ’ τον πατέρα μου. Τον λάτρευε τον Άγιο – συγγενή μας. Στο τέλος του άφησε και την περιουσία του, να σκεφτείς… Στην πραγματικότητα, όταν στ’ αλήθεια θέλω κάτι πολύ, ο Άγιος μου το κάνει. Ειδωλολατρικό λες; Μπορεί, αλλά εμένα αυτή είναι η πίστη μου, η δικιά μου ψυχανάλυση, αν θες. Άλλη ψυχανάλυση δε θα έκανα. Φοβάμαι. Ακόμα και τώρα φοβάμαι όλα αυτά που κρύβουμε μέσα μας οι άνθρωποι. Όπως φοβάμαι και το θάνατο. Η φίλη μου η Ροζίτα Σώκου, μου έλεγε: «Μα καλά, καημένη, τι φοβάσαι για κάτι που σε όλους συμβαίνει;». Ε, φοβάμαι, Ροζίτα, φοβάμαι και θα φοβάμαι πάντα. Φοβάμαι αυτό που αφήνει κρύα σώματα, που δεν έχει επιστροφή, που δεν έχει τίποτα άλλο πια. Δεν τον δέχομαι το θάνατο και δε θα τον δεχτώ ποτέ. Τι είναι αυτό το πράγμα που το ένα βράδυ σε φιλάει η μάνα σου, τη μυρίζεις, την πιάνεις, γεμίζεις ασφάλεια και σιγουριά και το άλλο μεσημέρι δεν υπάρχει; Γιατί δεν υπάρχει;

**********

Το πρώτο καλοκαίρι της φοιτητικής μου ζωής πηγαίνουμε για διακοπές στη Ζάκυνθο. Όμορφη, πράσινη και φωτεινή• ζεστή σαν αγκαλιά η Ζάκυνθος με περίμενε. Η νόνα πια, ήταν τρισευτυχισμένη που είχε επιστρέψει στο «πιο όμορφο νησί του κόσμου»! Δεν υπήρξε άνθρωπος που να είδε, να έζησε στη Ζάκυνθο, και να μην την ερωτεύτηκε. Έτσι και η μάνα μου και η νόνα μου, που αν και δεν ήταν Ζακυνθινές, το νησί τις μάγεψε. Καλοκαίρι λοιπόν στη Ζάκυνθο. Είναι πρωί στο σπίτι μας. Το σπίτι αυτό των Καρρέρ το είχε χτίσει ο Τσίλερ. Πανέμορφο παλατάκι είκοσι πέντε δωματίων! Γελάς; Φτώχεια καταραμένη, ε; Δεν το έβλεπα έτσι. Μου άρεσε τόσο αυτό το σπίτι! Το αγαπούσα. Κάθε δωμάτιο, κάθε γωνιά, είχε έναν ολόκληρο κόσμο έτοιμο να εξερευνηθεί. Κάθε αντικείμενο είχε ιστορία αιώνων• ιστορία ανθρώπων. Το θεωρούσα κάτι δεδομένο και απόλυτα φυσικό. Κάπου στον κόσμο – όπου κι αν ήμουν, ό,τι κι αν έκανα – υπήρχε το σπίτι μου και το νησί μου. Είναι πρωί, λοιπόν, κι εγώ φοράω το μαγιό μου και ετοιμάζομαι να πάω για μπάνιο μπροστά. Ξέρεις, αυτά τα σπίτια είχαν πάντα μια ιδιωτική παραλία στο μπροστινό μέρος. Είμαι στη σάλα και φωνάζω στη νόνα μου πως φεύγω τώρα, όταν η γη αρχίζει να τρέμει… Θα περάσει λέω• δεν περνάει. Κρατάει κι άλλο κι άλλο… Θα κρατήσει για πάντα; Η γη ανοίγει. Ο σεισμός δε λέει να τελειώσει. Πεταγόμαστε έξω. Τι είναι αυτό; Καπνός; Σκόνη απ’ τα θεμέλια: Το σπίτι γκρεμίζεται. Από παντού ακούγονται κραυγές – προσευχές και επικλήσεις στην Παναγία και τον Άγιο. Κοιτάζω αυτό που κάποτε ήταν το σπίτι μας. Ένας τοίχος εδώ, μια σκάλα πιο κει να ανεβαίνει στο κενό και το πόδι του πιάνου να αιωρείται στα υπολείμματα ενός παραθύρου κι ενός τοίχου. Κενό…
Ο θείος μου μας βάζει κακήν κακώς στο τρεχαντήρι του. Βλέπω από μακριά έναν άνθρωπο να πηδάει από βράχο σε βράχο. Τον ήξερα. Καλός άνθρωπος, δουλευτής. Μόλις είχε βρει τη γυναίκα του νεκρή. Τρέχει στα βράχια και φωνάζει: «Η κιθάρα μου; Πού έβαλα την κιθάρα μου;». Ξαφνικά είναι σαν να πέσαμε σε κάποιο βράχο. Ουρλιάζουμε. Πάει, θα ανοίξει η βάρκα και πού να πάμε; Σε πια στεριά; Ήταν ο μεγάλος σεισμός που ακολουθούσε. Από μακριά βλέπουμε το καμπαναριό του Αγίου να πέφτει. Ήταν η ώρα που στους φούρνους και στα τζάκια ψηνόταν το φαγητό. Φωτιά: ό,τι απέμεινε από τη Ζάκυνθο το έκαιγαν οι φλόγες. Το καΐκι μας ανοιγόταν στη θάλασσα. Νησί δε φαινόταν πια• μόνο καπνός. Ώρες μετά, μου φαινόταν πως άκουγα ακόμα τα ουρλιαχτά και τα «Παναγιά μου». Το φόβο του θανάτου και το φόβο του σεισμού ποτέ δε θα τα ξεπεράσω. Ή μήπως είναι και τα δύο το ίδιο πράγμα; Η σιωπή ήταν αποπνικτική και αβάσταχτη. Ακούω τη νόνα μου να λέει: «Για μένα, ό,τι και να συμβεί πια, τελείωσε η Ζάκυνθος… τελείωσε».

***********

Ξέρεις τον Κόκκινο Βράχο, πάνω από τη Ζάκυνθο; Εκεί. Στην κορυφή του υπήρχε ένα σπίτι και μια τεράστια βεράντα που έβλεπε από ψηλά το νησί μου και το πέλαγος. Τη νύχτα, ήταν σαν να αιωρούνται στο σκοτάδι μικρά χριστουγεννιάτικα φωτάκια από σπίτια μακρινά και από τα αστέρια που απλώνονταν παντού γύρω σου, κάνοντάς σε να νιώθεις σαν να ταξιδεύεις στο σύμπαν. Το θέλω. Το θέλω! Σε ποιον ανήκει; Είναι της λαίδης Κρο. Παίρνω την Ελπινίκη Μαρίνου στο Λονδίνο. Της λέω τα σχέδια μου. «Μαρλέν μου, το συζητάς; Πάρ’ το και κάν’ το ό,τι θες». Ναι! Ναι! Μα και όχι! Πού θα βρω λεφτά; Πώς να το κάνω μόνη μου; Πρέπει να βρω συνεταίρο. Ποιον; Το Σάκη Κολαΐτη, γνωστό Ζακυνθινό, που είχε ξενοδοχείο. Ευτυχώς ήταν το σπίτι όμορφο και η περιοχή μαγευτική, αλλιώς, ό,τι μας ερχόταν το κάναμε. Καταρχήν το σπίτι είχε φως, νερό και τηλέφωνο, πράγματα φοβερά για τη Ζάκυνθο εκείνης της εποχής. Αυτό διευκόλυνε την κατάσταση. Μετά, έφερα εγώ το στερεοφωνικό μου, δώρο στο γάμο μου, από το σπίτι. Ήταν η τελευταία λέξη της τεχνολογίας. Δύο υπήρχαν στην Αθήνα, τότε. Το άλλο το είχε ο Χατζιδάκις, για να καταλάβεις. Βέβαια, χρειαζόμασταν και άλλο ένα πικάπ για τις αλλαγές. Αγοράσαμε. Έρχομαι εγώ στην Αθήνα και ψάχνω ντιτζέι. Βρίσκω τον Πέτρο να παίζει στην Πλάκα. Έρχεσαι με το θρυλικό ποσό των πεντακοσίων δραχμών την ημέρα στη Ζάκυνθο, παιδί μου; Θα μείνεις στο κλαμπ και θα το φυλάς κιόλας. Δέχεται. Πάμε πάλι στη Ζάκυνθο. Να σκεφτείς, ήταν και ειδικός στα φώτα, τάχα μου. Πήρε χρωματιστά λαμπιόνια και τα έδεσε με σύρμα στα δέντρα! Δική του πατέντα, λέει! Ευτυχώς, σου ξαναλέω, ήταν υπέροχα το σπίτι, τα δέντρα και η θέα και δε χρειαζόμασταν και τίποτα άλλο. Ο πατέρας μου δε, έξαλλος: «Μην το κάνεις και μην το κάνεις. Ένα όνομα στη Ζάκυνθο, ήρθες και εδώ να το ξεφτιλίσεις. Μαρλέν, σου μιλάω, θα το κάνεις;» Ω, ναι!
Και έρχεται η μέρα να ανοίξουμε. Ο καιρός είναι τόσο γλυκός! Χαρά Θεού. Οι μυρωδιές από τον κήπο και από το πέλαγος άφθαστες και για το πιο φίνο γαλλικό άρωμα. Ατενίζαμε υπεροπτικά τα Επτάνησα και την Ευρώπη. Και ο κόσμος δεν ήρθε. Κλαμπ; Τι είναι κλαμπ αναρωτιόντουσαν οι Ζακυνθινοί. Κανένα άντρο ακολασίας σίγουρα. Για καλή μου τύχη φτάνει στη Ζάκυνθο ο αγαπημένος μου Γιάννης Διαλιανίδης για να γυρίσει το «Επαναστάτης Ποπολάρος». Άλλο που δεν ήθελαν οι ηθοποιοί, κάθε βράδυ ήταν επάνω στο κλαμπ. Άρχισαν να έρχονται και οι Ζακυνθινοί, για να δουν από κοντά τους ηθοποιούς και για να διερευνήσουν τι στο καλό είναι αυτό το κλαμπ. Επιτυχία. Κάθε βράδυ πια, δε χώραγε ο κόσμος. Ένα βράδυ φτάνει στη Ζάκυνθο και ο λατρεμένος μου, ο Τάκης ο Χορν, με το γιοτ του από τις Κάννες, μαζί με τη γυναίκα του, τη Γουλανδρή. «Πάμε, βρε παιδί μου, να δούμε τι κάνει αυτό το κορίτσι, με αυτό το κλαμπ και έχει γίνει θέμα». Τον βλέπω μες στο σούρουπο να με κοιτάζει διασκεδάζοντας. Τι χαρά! Τι έκπληξη! Τον αγκαλιάζω και τον ξεναγώ στο δημιούργημά μου. Ενθουσιάζεται. «Τι Ταορμίνα και κουραφέξαλα, Μαρλέν! Μόλις ανακάλυψες τον παράδεισο». Είχε κανονίσει να μείνει ένα απόγευμα. Έμεινε τρεις μέρες και τις πέρασε όλες στο κλαμπ. Γλυκέ μου, Τάκη…

Αποσπάσματα από το βιβλίο της Μαρλέν Καρρέρ «Η ζωή ένα πάρτι»

Για τη Μαρλέν

«Όαση αγάπης, με ανοιχτή διάπλατα την αγκαλιά της, προσέδιδε αξία με την παρουσία της σε όλους εκείνους που συναναστράφηκε, τόσο στα χρόνια της νιότης της όσο και στα χρόνια της περισυλλογής»!
Γιάννης Δεμέτης

«Η πρώτη ερώτηση όταν συναντηθήκαμε για την τελευταία της συνέντευξη ήταν: «Μαρλέν Καρρέρ, είσαι αρχόντισσα ή μποέμ;» – «Είμαι η Μαρλέν»!
Γιώργος Γεωργιάδης

«Έφυγε η Αρχόντισσα στην ψυχή και τη φιλοξενία. Τα έδινε όλα απλόχερα και προς όλους, χωρίς δεύτερη σκέψη. Μία διαχρονική Κοντέσσα που θα μας λείψει».
Διονύσης Ιθακήσιος

«Έφυγε μια πραγματικά μεγάλη Κυρία»
Άκης Λαδικός