Αποκλειστική συνέντευξη του Μάριο Βίττι

«Το έργο του Αρβανιτάκη αποτελεί σταθμό στη μελέτη του Κάλβου»!
Ο διακεκριμένος Καθηγητής Νεοελληνικής Φιλολογίας και αυθεντία της μελέτης των ελληνικών Γραμμάτων στην Ιταλία κ. Μάριο Βίττι, παρεχώρησε αποκλειστική συνέντευξη «Ημέρα» – γεγονός που μας τιμά ιδιαίτερα- , με αφορμή την έκδοση της Αλληλογραφίας του Κάλβου, ένα έργο που φέρει τη σφραγίδα του ζακυνθινού ιστορικού Δημήτρη Αρβανιτάκη.
Γεννημένος στην Κωνσταντινούπολη, το 1926, ο Μάριο Βίττι, Έλληνας από την πλευρά της μητέρας του, μετά την εγκατάσταση της οικογένειάς του στη Ρώμη, αναλώνει τη ζωή του στην ενδελεχή μελέτη της νεοελληνικής Γραμματείας, με τη Ζάκυνθο να κερδίζει το ενδιαφέρον του, δεδομένου ότι ανακάλυψε και αξιοποίησε την Ευγένα του Θεόδωρου Μοντελέζε, ενώ εξέδωσε δύο τόμους, με βάση τα χειρόγραφα, τα ιταλικά έργα του Κάλβου και την αλληλογραφία της πρώτης διαμονής του στο Λονδίνο.
Σε ό,τι αφορά την πρόσφατη έκδοση του Μουσείου Μπενάκη, η οποία τιμά τη Ζάκυνθο, αναφέρει ότι η εργασία του Δημήτρη Αρβανιτάκη αποτελεί σταθμό, θεμελιώδους σημασίας για τον Ανδρέα Κάλβο, σημειώνοντας παράλληλα ότι το θετικό αυτής της προσπάθειας είναι ότι θα διαθέτουμε, πλέον, συγκεντρωμένα όλα τα κείμενα και τις γνώσεις μας για τον Κάλβο.

ΕΡ.: Κύριε Vitti, είστε Ελληνοϊταλός. Τι ήταν αυτό που σας ώθησε στην ενδελεχή μελέτη του Ανδρέα Κάλβου, αλλά και της Ευγένας; Θα λέγατε σήμερα ότι η πολύχρονη μελέτη της ελληνικής λογοτεχνίας σάς έφερε ακόμα πιο κοντά στην Ελλάδα και η μελέτη του Κάλβου πιο κοντά στη Ζάκυνθο;
ΑΠ.:
Είχα ήδη γράψει μία μελετούλα για τον Σολωμό και μία για τον Κάλβο όταν έγινε ο μεγάλος σεισμός στο Τζάντε. Για μένα ήταν κάτι το τρομακτικό: έσβηναν τα αποτυπώματα που είχαν αφήσει οι τρεις μεγάλοι ποιητές (Φόσκολο, Σολωμός, Κάλβος) στη γενέτειρά τους – έστω και αν αυτό αληθεύει με ακρίβεια μόνο για τον Σολωμό, αφού οι άλλοι δύο ποιητές, ο Φόσκολο και ο Κάλβος, δεν άφηναν τίποτε πίσω τους. Ο Φόσκολο, είναι αλήθεια, άφηνε τη μάνα του, αλλά αυτό δεν έγινε καν πρόφαση για να ξαναπατήσει το πόδι του στην πατρίδα. Έγραφε της μάνας του ελληνικά, κάτι ορνιθοσκαλίσματα σε μια γλώσσα ελληνική, που δεν ακουόταν στο στόμα κανενός επτανησίου. Η αγάπη του Φόσκολο για την πατρίδα του δεν ήταν μεγαλύτερη από οποιουδήποτε άλλου ιταλού ποιητή που είχε λατρεία για την Ελλάδα.
Την πρώτη φορά που ήλθα στο νησί σας, ήταν όταν είχα πια ανακαλύψει την Ευγένα του συντοπίτη σας Μοντζελέζε και είχα την περιέργεια να δω από κοντά τους τόπους που αναφέρει σε ένα διάλογό του (Λούρος ποταμός, της Γρίας το πήδημα, Ζόρου, Βασιλικό…).

ΕΡ.: Η συμβολή σας στην ανανέωση του ερευνητικού ενδιαφέροντος για τον Ανδρέα Κάλβο υπήρξε αναμφισβήτητα καθοριστική. Θεωρείτε ότι ο δρόμος που εσείς χαράξατε ακολουθήθηκε και αν ναι, ποιοι ήταν οι σημαντικότεροι σταθμοί στη διαδρομή αυτή μέχρι σήμερα;
ΑΠ.:
Το ζήτημα του Κάλβου για μένα ήταν μια μεγάλη υπόθεση. Οι Ωδές του με ενθουσίαζαν, ήξερα και τις Δαναΐδες, την τραγωδία που ο Κάλβος έγραψε ιταλικά και τύπωσε στο Λονδίνο (την είχα διαβάσει στην επανέκδοση του Ζώρα). Εκείνο όμως που προκαλούσε περισσότερο την περιέργειά μου ήταν οι τρικυμισμένες σχέσεις του με τον «δάσκαλό» του, τον Φόσκολο. Το αξιοπερίεργο (αλλά ήταν μόνο φαινομενικά αξιοπερίεργο) ήταν ότι όσα, λίγα, χειρόγραφα του Κάλβου είχαν επιζήσει και είχαν βρεθεί από ένα φανατικό μελετητή του Φόσκολο, πάνω από έναν αιώνα από σήμερα, ήταν χειρόγραφα που βρίσκονταν μαζί με του Φόσκολο. Επρόκειτο για μια πίστα που έπρεπε οπωσδήποτε να ακολουθήσω.
Πέρασε μισός αιώνας από τότε που δημοσίευσα, με βάση τα χειρόγραφα, τα ιταλικά έργα του Κάλβου και την αλληλογραφία της πρώτης του διαμονής στο Λονδίνο. Ευτυχώς, ακολούθησε η δημοσίευση άλλων μεμονωμένων επιστολών του Κάλβου και τώρα ο Δημήτρης βρήκε αρκετά ικανοποιητική την κατάσταση, ώστε να δημοσιεύσει αυτούς τους δύο σπουδαίους τόμους με την αλληλογραφία. Μακάρι να βρεθούν και άλλες επιστολές στο μέλλον.
Εκείνο όμως που θέλω να υπογραμμίσω είναι ότι εντελώς πρόσφατα έγιναν γνωστά δύο ευρήματα. Το πρώτο είναι η ωδή Ελπίς πατρίδος και το δεύτερο το πλήρες σώμα ενός περιοδικού που έβγαζαν στο Λονδίνο ιταλοί εξόριστοι της παρέας του Κάλβου, περιοδικό που είχε τον τίτλο L’Ape italiana a Londra. Αμφότερα τα έντυπα ανακαλύφτηκαν, το πρώτο από τον Κύπριο Λεύκιο Ζαφειρίου, το δεύτερο από τον Δημήτρη Αρβανιτάκη, χάρη στο διαδίκτυο. Στον δικό μου καιρό πού να φανταστούμε τέτοιο δαιμονικό μέσον, τέτοια ευκολία!

ΕΡ.: Ο Δημήτρης Αρβανιτάκης στις πρόσφατες μελέτες του (Στον δρόμο για τις πατρίδες, Απολογία της αυτοκτονίας), ως ιστορικός, φαίνεται να μεταθέτει την οπτική της μελέτης του Κάλβου. Δίνει ιδιαίτερη σημασία στο πολλαπλό διανοητικό περιβάλλον μέσα στο οποίο διαμορφώθηκε, στην υιοθέτηση του ρόλου του «διανοούμενου» κ.λπ. Θεωρείτε αυτή την οπτική πρόσφορη στη μελέτη του Κάλβου; Επιπλέον, η περίπτωση του Αρβανιτάκη μας αποδείχνει ότι τα προβλήματα της φιλολογίας είναι και προβλήματα της ιστορίας. Όμως, στην Ελλάδα η επικοινωνία των δύο αυτών επιστημών δεν είναι κάτι συνηθισμένο. Συμφωνείτε με αυτή τη διαπίστωση;
ΑΠ.:
Ναι, πραγματικά ο Αρβανιτάκης εργάστηκε με το ένα πόδι στη φιλολογία και το άλλο στην ιστορία. Προσθέστε και την έκδοση της Αλληλογραφίας του Ανδρέα Μουστοξύδη με τον Αιμίλιο Τυπάλδο, και θα μοιάζει ότι ο Αρβανιτάκης το κάνει επίτηδες, για να αναιρέσει την πρόσφατη θεωρία που κυκλοφόρησε στην Ελλάδα, ότι τάχα ο επιστήμων ιστορικός καταπιάνεται με προβλήματα αμιγώς ιστορικά, χωρίς να τα ανακατώνει και να τα μπασταρδεύει με φιλολογίες και τα τοιαύτα. Από άποψη αμιγώς ιστορική ο Κάλβος αντιπροσωπεύει μια οντότητα περιθωριακή, όπως περιθωριακή είναι η ζωή του σαν δάσκαλος συντηρητικός αν όχι αντιδραστικός.

ΕΡ.: Αρκετές δεκαετίες μετά τη δική σας πολύτιμη συνεισφορά με τη δημοσίευση μεγάλου μέρους της αλληλογραφίας του Κάλβου (1963) κυκλοφορεί σήμερα η δίτομη αλληλογραφία του Κάλβου με την επιμέλεια του Δημήτρη Αρβανιτάκη. Πώς κρίνετε αυτή την έκδοση;
ΑΠ.:
Πρόκειται για ένα έργο θεμελιώδους σημασίας για τη μελέτη του Κάλβου και ιδίως για τα χρόνια προετοιμασίας που πέρασε κατά την πρώτη διαμονή του στο Λονδίνο (1816-1820) – και όχι μόνο, αφού το έργο περιλαμβάνει και επιστολές που προηγούνται, από το 1813, αλλά και άλλες που έπονται, μέχρι τον χρόνο που ο Κάλβος πεθαίνει, το 1869.
Βεβαίως, το πλουσιότερο σε αριθμό επιστολών και σε λεπτομέρειες τμήμα είναι εκείνο που αφορά την πρώτη διαμονή του ποιητή στο Λονδίνο.
Η εργασία αυτή του Αρβανιτάκη έρχεται έπειτα από μια μεγάλη μελέτη που αφιέρωσε, όπως ήδη αναφέρθηκε, στον κύκλο στον οποίον εντάχθηκε ο Κάλβος στο φιλελληνικό και φιλοϊταλικό Λονδίνο, τα χρόνια εκείνα που ο Κάλβος ήταν νέος. Ο Αρβανιτάκης μελέτησε τους κύκλους αυτούς ξεκινώντας από ένα ιταλικό περιοδικό που εκδόθηκε από αυτούς, την Ape italiana. Αφορμή στάθηκε, όπως είπαμε, η ανακάλυψη της μοναδικής σειράς του περιοδικού σε μια ιδιωτική βιβλιοθήκη, που τώρα ενσωματώθηκε στους αγγλικούς καταλόγους που έχουν ψηφιοποιηθεί, ενώ όλες οι προγενέστερες έρευνες είχαν αποδειχθεί άκαρπες. Στο βιβλίο που ο Αρβανιτάκης αφιέρωσε στο περιοδικό αυτό, με τίτλο Στον δρόμο για τις πατρίδες (2010), είχε την ευκαιρία να μελετήσει τους κύκλους στους οποίους σύχναζε ο Κάλβος στο Λονδίνο τον καιρό εκείνο και να εξοικειωθεί εξαιρετικά μαζί τους.
Χάρη σε αυτή την εξοικείωση, ο Αρβανιτάκης μπόρεσε να αντιμετωπίσει με τόσο μεγάλη άνεση το πολυπληθές κοινό που κυκλοφορεί στην αλληλογραφία του Κάλβου κατά τα χρόνια της πρώτης διαμονής του στο Λονδίνο. Όσο για τα προηγούμενα και τα επόμενα γράμματα, ο ίδιος φρόντισε να δώσει την πιο πλούσια πλαισίωση, βοηθούμενος από την υπάρχουσα σχετική βιβλιογραφία.
Η Αλληλογραφία, που σήμερα εγκαινιάζει τη σειρά Ανδρέας Κάλβος – Έργα και Αλληλογραφία, αποτελεί ένα σταθμό στη μελέτη του ποιητή, εφόσον όχι μόνο συγκεντρώνει σε ένα σώμα και θέτει σε χρονολογική διαδοχή επιστολές δημοσιευμένες σε ποικίλες περιστάσεις, αλλά και για την κάθε επιστολή ανασυστήνει τις συνθήκες, διαγράφει την προσωπικότητα του αποστολέα ή του αποδέκτη.
Οι επιστολές που φυλάσσονται στη Βατικανή Βιβλιοθήκη, και που είχα δημοσιεύσει το 1963, τώρα παρουσιάζονται ξανά από το πρωτότυπο με φιλολογικά κριτήρια λεπτομερέστερα από εκείνα που εγώ είχα εφαρμόσει τότε λόγω συντομίας (και διαστάσεων του εντύπου). Ένα νόστιμο γεγονός, για την τάξη που υπάρχει ακόμη και στα πιο σοβαρά ιδρύματα του κόσμου, είναι αυτό που έτυχε στα χειρόγραφα του Κάλβου που εναπόκεινται στη Βατικανή Βιβλιοθήκη: ο Αρβανιτάκης δεν βρήκε επιστολές που ήταν διαθέσιμες τη δική μου εποχή, αντίθετα βρήκε άλλες επιστολές που δεν ήταν προσιτές όταν έκανα τις έρευνές μου.
Στη δική μου έκδοση, πάντοτε χάριν συντομίας, μερικές επιστολές που μου είχαν φανεί περιθωριακές ή είχα θεωρήσει ότι απλώς επαναλάμβαναν πληροφορίες, όπως τα σημειώματα που αφορούσαν συναντήσεις ή αναβολή ώρας μαθημάτων, τις ανέφερα σε περίληψη. Ο Αρβανιτάκης τις δημοσιεύει τώρα ολόκληρες, κι όχι μόνο, αλλά μερικές φορές τις αξιοποιεί, ανάλογα με το ενδιαφέρον που ο ίδιος αναγνωρίζει ότι έχουν. Λόγου χάρη μια επιστολή του 1818 (αρ. 119), που εγώ είχα παραλείψει επειδή δεν μπόρεσα να εντοπίσω, αξιολογείται τώρα σωστά, εφόσον πρόκειται για την παραγγελία στον Κάλβο να μεταφράσει στα ιταλικά και στα ελληνικά την πρώτη ομιλία του Βιβλίου προσευχών της Αγγλικανικής Εκκλησίας. Αναφέρεται και η αμοιβή: λίρες 3 και σελίνια 3 η κάθε μία.
Μια άλλη επιστολή, κάποιου Μέντιθ, που εγώ προσπερνούσα δίνοντας μονάχα την περίληψή της, αξιοποιείται δεόντως από τον Αρβανιτάκη, μιας και ο Άγγλος αυτός που καλεί τον Κάλβο για breakfast, παρακολουθεί τις διαλέξεις του γνωστού διανοούμενου και ριζοσπάστη Τζων Θέλουολ, τον οποίο και ο Κάλβος εγνώριζε.

ΕΡ.: Η σχεδιαζόμενη έκδοση του συνόλου του έργου του Κάλβου, στην Επιστημονική Επιτροπή της οποίας συμμετέχετε, θεωρείτε ότι μπορεί να ανοίξει έναν νέο δρόμο στην κατανόηση του ποιητή και αν ναι, γιατί;
ΑΠ.:
Ένας νέος δρόμος έχει ήδη ανοιχτεί. Το καλό της συνολικής έκδοσης από το Μουσείο Μπενάκη είναι ότι θα διαθέτουμε από τώρα και ύστερα όλα τα κείμενα και όλες τις γνώσεις μας για τον Κάλβο, συγκεντρωμένες σε μερικούς καλά οργανωμένους τόμους. Θα αξιοποιηθούν οπωσδήποτε και τα ιταλικά έργα του Κάλβου, που μάλλον αμελήθηκαν έως τώρα και που δίχως τα οποία το ελληνικό του έργο του δεν μπορεί να κατανοηθεί πλήρως. Σημειώστε ότι ο Κάλβος ως ιταλός ποιητής των αρχών του δέκατου ένατου αιώνα δεν είναι καθόλου μια οντότητα αμελητέα. Τώρα θα φανεί ολοκάθαρα.

ΕΡ.: Ο Δημήτρης Αρβανιτάκης σας θεωρεί κάτι σαν «πνευματικό του πατέρα». Παίξατε κάποιον ρόλο στην απόφασή του να ερευνήσει το έργο του Κάλβου;
ΑΠ.:
Καλοσύνη του, αν, καθώς λέτε εσείς, με περιβάλλει με τέτοια εκτίμηση. Ο Αρβανιτάκης, όμως, δεν οφείλει τίποτε σε κανέναν. Άλλο ζήτημα αν από χρόνια, από τότε που έκανε τις έρευνές του στα αρχεία της Βενετίας, γνωριζόμαστε και έχουμε αμοιβαία εκτίμηση, σαν άνθρωποι δύο διαφορετικών γενεών.



Τελευταία άρθρα