Ηθικόν δίδαγμα

Από τον Μπάμπη Πυλαρινό
(Κάθε πρώτη Τετάρτη του μήνα)
[email protected]

Τον γνώρισα τυχαία στο σπίτι ενός φίλου μου που γιόρταζε την ονομαστική του εορτή. Κώστας Παπαδόπουλος, ασφαλιστής. Μέτριο ανάστημα με αρκετά παχάκια, κουστούμι, γραβάτα και όλο τον εμφανισιακό κώδικα του μέσου όρου, που θα είναι παντού αποδεκτός και πουθενά επιθυμητός. Εκτός από το όνομά του, που μου έκανε πολύ εντύπωση για την πρωτοτυπία του, κατά τα άλλα με εντυπωσίασε ο τρόπος που επικοινωνεί αλλά και γενικότερα ο τρόπος που τοποθετεί τον εαυτό του μέσα στη ροή του μάταιου τούτου κόσμου. Μιλούσε ακατάπαυστα και, όσες φορές προσπάθησα να πω κάτι, με διέκοπτε και συνέχιζε την πάρλα, πηδώντας ακατάπαυστα από το ένα θέμα στο άλλο, χωρίς να μείνει ποτέ στο ίδιο για περισσότερο από ένα δυο λεπτά. Στο χέρι του είχε το κινητό του, το οποίο κοιτούσε, αμήχανα, συνεχώς, σε τακτά χρονικά διαστήματα. Όση ώρα μιλούσε, χτύπησε αρκετές φορές και έδινε οδηγίες, διαχειριζόταν καταστάσεις, φαινόταν πολύ γοητευτικό αυτό το βουητό, αυτό το σύννεφο σκόνης που δημιουργούσε ο ίδιος με την υπερκινητικότητα και την πολυπραγμοσύνη του. Έμοιαζε με τον Μάικ Λαμάρ, τον επιδέξιο ταχυδακτυλουργό, της δεκαετίας του ’80, που έβγαζε κουνέλια από το καπέλο του. Κάποιες στιγμές, εκτός από το να κοιτάει, αμήχανα, το τηλέφωνο του, έστελνε email ή κάποιο μήνυμα.
Σας περιγραφώ, λοιπόν, έναν άνθρωπο που κάνει πολλά πράγματα μαζί και πολλά από αυτά ταυτοχρόνως. Το κάνω και εγώ συχνά. Αισθάνεσαι σπουδαίος όταν τα καταφέρνεις αλλά και χάλια όταν, ενώ έχεις σχεδιάσει να κάνεις εκατό δουλειές ταυτοχρόνως, εσύ ως νάρκισσος πιστεύεις ότι θα γίνουν όλα και, τελικά, κάποιον κρεμάς και εκτίθεσαι. «Βρε», του λέω του φίλου μου στο αυτί, «τι είναι τούτος, που τον βρήκες και είναι εδώ;», «Άστα», μου λέει «περιπτωσάρα, πολύ αρρωστημένη κατάσταση».
Για να με πείσει ο κύριος Παπαδόπουλος πόσο επιδέξιος είναι, καμάρωνε ο άθλιος ότι παίζει με το γιο του αλλά, ταυτόχρονα, διαβάζει κάποιο email του, και απαντάει σε τηλέφωνα. Πώς να αισθάνεται, αλήθεια, αυτό το παιδί; Δεν θα ήθελα να είμαι στη θέση του. Στο σπίτι η τηλεόραση παίζει αδιαλείπτως, είναι στον υπολογιστή, μιλάει με τα παιδιά του και τη σύντροφο του. Όλα μαζί.

Ο κύριος Παπαδόπουλος δεν είναι πουθενά, ούτε με το παιδί του όταν παίζουν, ούτε με αυτόν που επικοινωνεί ηλεκτρονικά. Δεν είναι πουθενά. Είναι κάπως σαν μια νεκρή ζώνη, είναι μια καινούρια κατάσταση της νέας άυλης πραγματικότητας και των κατακλυσμιαίων αλλαγών που έφεραν οι νέες τεχνολογίες. Όλοι περνάμε κάποιο χρόνο σε αυτή τη νεκρή ζώνη. Οι ανατολικές παραδόσεις το λένε «νου του πιθήκου». Οι σκέψεις τρέχουν προς όλες τις κατευθύνσεις σαν ταραγμένοι πίθηκοι, που πηδούν εδώ και κει, είναι μια τρέλα. Δεν υπάρχεις ή καλύτερα υπάρχεις σε μια λανθάνουσα κατάσταση σε μια νάρκη, που σου προσφέρει ηδονή και επιφανειακή ικανοποίηση, γιατί δημιουργεί την ψευδαίσθηση ότι είσαι ικανός και δημιουργικός. Δεν πατάς στη γη, δεν είσαι σε επαφή με κανέναν άνθρωπο, διαχειρίζεσαι επιδέξια τη ζωή, αλλά δεν ζεις. Οι άλλοι σε θαυμάζουν, που βγάζεις τόσα κουνέλια από το καπέλο, αλλά όσοι σ’ αγαπούν τρέμουν ή σε βαριούνται και απομακρύνονται.
Ναι, τρέμουν για το πού θα πάει όλο αυτό σαν μια τρελή κούρσα, που περιμένεις πότε θα φυτρώσει μπροστά σου η κολόνα τις ΔΕΗ, για να σταματήσει. Είναι πολύ μοναχική αυτή η κούρσα, αλλά το οξύμωρο είναι ότι δεν αντέχεις να μείνεις ούτε λεπτό μόνος με τον εαυτό σου. Όταν συμβεί αυτό -να μείνεις μόνος, χωρίς αντικείμενο για δράση- λόγο κεκτημένης ταχύτητας δεν μπορείς, ασφυκτιάς, ανάβεις τηλεοράσεις, χώνεσαι χωρίς λόγο στο διαδίκτυο, δυσκολεύεσαι να διαβάσεις ένα βιβλίο και δεν ξέρω τι άλλο, φτάνει να μην είστε μόνοι, εσύ και η αφεντιά σου. Στην ακραία εικόνα, αυτή του Παπαδόπουλου, είδα και ένα κομμάτι του εαυτού μου. Κάποιες περίοδοι της ζωής μου, που φορτώνομαι κι άλλες, κι άλλες υποχρεώσεις «γιατί όχι και αυτό και το άλλο…».
Προσωπικά, δυστυχώς μόνο η πραγματικότητα μπορεί να παίξει το ρόλο της κολόνας της ΔΕΗ και το φρένο, συνήθως, έρχεται, στην καλύτερη περίπτωση, με κάποια γρίπη, αφού ο ξεχειλωμένος εαυτός καταρρέει, η άμυνα του οργανισμού πέφτει και επιδράμουν οι ιοί.

Φαίνεται ότι όσο περισσότερο είμαστε συνδεδεμένοι με τον εξωτερικό κόσμο, με το νέο αυτό τρόπο «σύνδεσης» σε κοινωνικά δίκτυα, facebook, tweeter, instagram, κινητό, email και δεν ξέρω πια άλλα, τόσο λιγότερο συνδεμένοι είμαστε με τον εαυτό μας και με τους άλλους. Αισθάνομαι, όμως, την ανάγκη να πω ότι δεν είναι όλα αρνητικά, σε σχέση με αυτό το μέσο, γιατί, τουλάχιστον σε μένα, λειτούργησε και σαν μια σπουδαία ευκαιρία να γνωρίσω στην πραγματική ζωή υπέροχους ανθρώπους και να διατηρήσω μαζί τους μια ειλικρινή ανθρώπινη επαφή. Αν όλα αυτά (τα κοινωνικά δίκτυα και εν γένει το διαδίκτυο) δεν είναι ευκαιρίες για σχέση πραγματική στον αληθινό κόσμο με σώματα κανονικά με τη σάρκα τους στον ίδιο χώρο, τότε όλο αυτό είναι μια ψευδαίσθηση κοινωνικής ζωής και απομακρύνει τον άνθρωπο από τον πραγματικό του ρόλο, να συνυπάρχει ουσιαστικά με τους άλλους.
Με όλα αυτά, μου έρχεται στο νου η ανάγκη να μην κάνει κανείς μόνο χρήσιμα πράγματα και μόνο αυτά που συντελούν σε ένα συγκεκριμένο στόχο. Να απολαμβάνει μόνο και μόνο ότι υπάρχει και να παρατηρεί τον έξω κόσμο. Ένας άνθρωπος, που κάθεται μόνος του στο καφενείο και παρατηρεί τους διαβάτες, μια βόλτα στην πόλη ή στην εξοχή, χωρίς σκοπό, να παρατηρείς τη φλόγα στο τζάκι, τη θάλασσα ή ένα λουλούδι. Τέτοιες στιγμές, με κάποιο τρόπο, ανακαλύπτεις προσωπικά πράγματα που περνάγανε απαρατήρητα με τη σφοδρή ταχύτητα, που κινείσαι καθημερινά, όπως όταν τρέχεις και ποδοπατείς ένα μικρό ανθισμένο λουλούδι.

https://www.facebook.com/pilarinos
Instagram: babispilarinos