Ενας φίλος … ήρθε απόψε από τα παλιά

Σε πρόσφατο τεύχος των Στιγμών (ΤΕΥΧΟΣ 317) είχαμε αναφερθεί στις παλιές ταβέρνες κ τα εστιατόρια της Ζακύνθου, τη δεκαετία του ’50, ‘60 ’70, όταν η έξοδος για φαγητό αντιμετωπιζόταν με μια άλλη «οπτική» από ότι στις μέρες μας. Η έννοια της ταβέρνας ήταν διαφορετική, διότι αποτελούσε, όπως γράφει ο Νικόλαος Βαρβιάνης, ένα κομμάτι της ζωής κάθε ζακυνθινού.
«Η ταβέρνα στη Ζάκυνθο λειτούργησε αν λαϊκό σχολείο, όπως η Αγορά στην αρχαία Ελλάδα. Χωρίς να εξιδανικεύω το χώρο, πίνοντας κρασί (ξεροσφύρι συνήθως) και τραγουδώντας, δημιουργείται μια «ψυχική μέθη», μια ατμόσφαιρα, που, αν έχεις λίγο ταλέντο, σε προκαλεί να παίξεις μ ένα διάλογο, μ΄ένα στίχο, με μια μελωδία…» γράφει ο Δημήτρης Λάγιος στα εισαγωγικά του δίσκου του «Λαϊκά Τραγούδια της Ζάκυνθος». Και συνεχίζει σε άλλο σημείο «… Στην ταβέρνα γεννήθηκε η αρέκια και έγινε η ντοπιολαλιά των Ζακυνθινών. Ψαράδες, φουρναραίοι, ψαλτάδες, και καμινάρηδες, όταν τραγουδάνε αρέκιες, νιώθουν ότι ψάλλουν στην εκκλησία του Αγίου Διονυσίου σε μεγάλη γιορτή. Αναδίνεται ένα αίσθημα μυσταγωγίας…».
Δεν είναι τυχαίο που αναφέραμε το Δημήτρη Λάγιο, αφού θα τον συναντήσουμε σε πολλές φωτογραφίες του σημερινού μας αφιερώματος, σαν έφηβο, στο ξεκίνημα της ενασχόλησής του με τη μουσική, τότε που ακολουθούσε τις παρέες των κανταδόρων και των τραγουδιστών και κοντά τους μάθαινε τα «μυστικά» αν θεωρήσουμε ότι υπάρχουν, της επτανησιακής μουσικής.
Οδηγός μας στο σημερινό μας αφιέρωμα ο Σπύρος Δαφαράνος. Ο Σπύρος Δαφανάρος –επιπλοποιός στο επάγγελμα-, διατηρούσε μαγαζί στην πόλη της Ζακύνθου μέχρι τα τέλη του 1960. Όπως όμως σχεδόν όλοι οι ελεύθεροι επαγγελματίες, είχε και αυτός το «σκουλήκι» της μουσικής. Ετσι λοιπόν ασχολήθηκε με τι άλλο, με «κοσμικές ταβέρνες» με τας μουσικής.

Πρώτα άνοιξε την κοσμική ταβέρνα «Παλιοκαλύβα» πίσω από το σημερινό ξενοδοχείο «Στράτα Μαρίνα». Η «Παλιοκαλύβα» το καλοκαίρι μεταφερόταν και μετονομαζόταν, «Ψαροκαλύβα» και ήταν εκεί που βρίσκεται σήμερα ο παιδικός σταθμός στο Κρυονέρι. Μάλιστα η ταβέρνα αυτή είχε και άμεση πρόσβαση στην θάλασσα και εκεί κολυμπούσαν τα καλοκαίρια οι ζακυνθινοί. Αργότερα συνεργάστηκε με τον Οδυσσέα Κεφαλληνό και μαζί λειτούργησαν «Λιμάνι της Καντάδας» στο Πόρτο, αργότερα το Καζίνο, (Πνευματικό Κέντρο) κλπ. Από το μισό της δεκαετίςα του ’70 και μετά εγκαταλείπει τη Ζάκυνθο ανοίγει τη «Ζακυνθινή Φωλιά» στη Ν.Σμύρνη, μεταφέροντας εκεί τους ήχους και τα ακούσματα της Ζακύνθου.
Μια διαδρομή γεμάτη και χορτάτη από μουσικές και τραγούδια, με τις καντάδες να παίζουν τον κυρίαρχο ρόλο στη ζωή των ζακυνθινών. Μας διηγήθηκε κ ένα όμορφο περιστατικό όταν κάπου στα τέλη της δεκαετίας του ’60, μια παρέα είχε βγεί αργά το βράδυ για καντάδες. Τότε για να γίνει αυτό έπρεπε να πάρουν ειδική άδεια από τις αρχές. Τους πλησίασε ένας αστυνομικός και τους ρώτησε αν είχαν άδεια. Οι κανταδόροι τον παρακάλεσαν να περιμένει να τελειώσουν το τραγούδι κ θα του την έδειχναν . Πραγματικά όταν τελειώσαν, ένας κανταδόρος, βγάζει ένα χαρτί από το σακάκι του το δίνει στον αστυνομικό, αυτός το κοιτάζει τους το δίνει πίσω και λεει ότι είναι όλα εντάξει. Με τη μόνη διαφορά που το χαρτί αυτό ήταν ο λογαριασμός της ΔΕΗ, που έμοιαζε αρκετά στην όψη με τις αντίστοιχες άδειες.

Ο Σπύρος Δαφαράνος, στα «κοσμικά κέντρα» όπως συνηθίζονταν να λέγονται, τραγουδούσε. Μαζί με άλλους, κυρίως ζακυνθινούς καλλιτέχνες της εποχής, βιρτουόζους της καντάδας κ της αρέκιας, που τα ονόματά τους έχουν αφήσει εποχή.
Σε μια σύντομη κουβέντα που κάναμε μαζί του, θυμάται ότι ο κόσμος τότε, παρ όλη τη όχι και καλή οικονομική κατάσταση, διασκέδαζε, έβγαινε και τραγουδούσε.
Οδυσσές Κεφαλληνός, Μπετσανάς, Κουτσουβέλης, Κατσίγιαλος, Δ.Λάγιος, … ήταν μερικοί μόνο από αυτούς με τους οποίους μοιράστηκαν , μέρες και νύχτες γεμάτες τραγούδια.

Οι εικόνες είναι από το προσωπικό αρχείο του Σπυρου Δαφαράνου και τον ευχαριστούμε πολύ για την παραχώρηση.